Συνοδοιπορία στη Μεγάλη Εβδομάδα

Γράφει ὁ Γέρ. Πετρώνιος Τανάσε: «Ἡ Μεγάλη Παρασκευή εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν σκανδάλων καί τῶν ἀποτυχιῶν: Ὁ περιούσιος λαός χάνει τή δόξα καί τή δικαιοσύνη τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ, λόγῳ τῆς ἀπιστίας καί τῶν ἀτίμων ἔργων του πρός τό Θεό· ὁ Ἰούδας ἀπό μαθητής καί ὑποψήφιος τῆς Βασιλείας Του, κληρονομεῖ τήν κόλασι, λόγῳ τῆς φιλαργυρίας του· ὁ μαθητής Του Πέτρος ἀρνεῖται τό Διδάσκαλο ἀπό μία ἀδιάκριτη ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του, καί μόνο μέ τά καυτά δάκρυά του μπόρεσε νά ξεπλύνη τό σφάλμα του· ἡ ἀκόλαστη γυναῖκα γίνεται μυροφόρος κι ὅλος ὁ κόσμος στούς αἰῶνες θά διηγῆται τήν ταπείνωσι καί τή μετάνοιά της, ἐνῶ ὁ ληστής μέ τόσα κακά καί φόνους, εἰσέρχεται πρῶτος στόν παράδεισο μέ πίστι καί ταπείνωσι!

Ὅλες αὐτές οἱ ἀπροσδόκητες μεταλλαγές μᾶς γεμίζουν ἀπό τρόμο κι ἐλπίδα συγχρόνως. Τά ἔργα μας λοιπόν, ὅσο ἀναγκαῖα καί ὠφέλιμα κι ἄν εἶναι, δέν μᾶς ἐπαρκοῦν γιά τή σωτηρία μας. Ἄν δέν ὑπῆρχε ὁ λόγος τῆς σωτηρίας, δέν θά ἦταν ἀνάγκη νά ἔλθη καί νά ὑποστῆ τά πάνδεινα ὁ Χριστός. Ὅμως ὁ κόσμος δέν μπορεῖ νά σωθῆ δίχως Αὐτόν. Ἡ ἁμαρτία εἶναι μιά βαθειά καί ἀθεράπευτη πληγή· μόνο ὁ Θεός μποροῦσε νά τή θεραπεύση καί μόνο “τῷ μώλωπι Αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν”. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἀναγνωρίζη τό μέγεθος τῶν ἀδυναμιῶν του καί μέ ταπεινή καρδιά νά πλησιάζη τό Χριστό, γνωρίζοντας ὅτι μόνο ἀπό Αὐτόν ἔρχεται ἡ σωτηρία. “Μνήσθητί μου, Κύριε…”. Καί θά ἀκούση μέ τό ληστή: “Σήμερον ἔσῃ μετ᾽ Ἐμοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ”».

«Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μπροστά στό μεγαλύτερο ἁμαρτωλό εἶναι μεγαλύτερη ἀπ᾽ τήν ἀγάπη τοῦ μεγαλύτερου ἁγίου πρός τό Θεό».

Τονίζει ὁ Graham Greene: «Εἶναι πολύ εὔκολο νά πεθάνης γιά ὅ,τι εἶναι καλό ἤ ὡραῖο, γιά τήν πατρίδα, τά παιδιά ἤ τόν πολιτισμό. Χρειάσθηκε ὅμως ἕνας Θεός νά πεθάνη γιά τούς μικρόκαρδους καί τούς διεφθαρμένους».

«Πέθανε ὁ βασιλιάς τῆς Σκυθίας Περσαΐδης καί ἄφησε κληρονόμους τά τρία παιδιά του. Καθένας ὅμως ἤθελε νά βασιλεύση μόνος του καί ἦρθαν σέ ρῆξι. Καλοῦν τό βασιλιά τῆς Θράκης νά τούς λύση τή διαφορά. Ὁ βασιλιάς ἐφαρμόζει τό ἀκόλουθο τέχνασμα. Τούς λέγει νά τοῦ φέρουν τό πτῶμα τοῦ νεκροῦ πατέρα τους καί ἀφοῦ τό κρέμασε σέ ἕνα ξύλο, τούς διέταξε ἀπό μακρυά νά σημαδέψουν μέ τά τόξα τους: ὅποιος τό πετύχη στό κεφάλι αὐτός θά εἶναι καί κληρονόμος. Πιάνει ὁ πρῶτος τό τόξο καί σημαδεύει. Τό ἴδιο καί ὁ δεύτερος. Ὅταν ἦλθε ἡ σειρά τοῦ τρίτου, ἀφήνει τό τόξο του νά πέση καί ξεσπᾶ σέ δάκρυα. “Ὄχι”, λέει, “τέτοιο πράγμα δέν θά τό κάνω ποτέ. Σέβομαι τό λείψανο τοῦ πατέρα μου”. Τί ἔκανε ὁ κριτής; Αὐτό τόν τρίτο ἔκρινε ἄξιο κληρονόμο καί διάδοχο τοῦ πατέρα του.

Τό παράδειγμα τοῦ τρίτου παιδιοῦ θά ἀκολουθήσω καί ἐγώ, ὅταν ὁ διάβολος μοῦ ἐμπνέη γιά τήν ἀπόκτησι προσκαίρων ἀγαθῶν νά προσβάλλω τόν Κύριό μου, πού μέ τή θυσία Του ἐπάνω στό Σταυρό μέ ἐξαγόρασε».

«Ἕνας ἐπιστήμονας τοῦ παν/μιου Yale ἔχει πεῖ πώς κάθε κιλό στερεᾶς ὕλης τοῦ σώματός σου ἀξίζει περίπου 250.000 δολλάρια. Καθώς τό 68% τοῦ σώματός σου ἀποτελεῖται ἀπό νερό, μπορεῖς νά ὑπολογίσης τό βάρος τῆς στερεᾶς μάζας τοῦ σώματός σου πολλαπλασιάζοντας τό συνολικό σου βάρος μέ 0,32. Κατόπιν, ὑπολόγισε τήν ἀξία σου σέ χρήματα πολλαπλασιάζοντας τό ἀποτέλεσμα μέ τό 250.000 καί τήν ἰσοτιμία τοῦ δολλαρίου μέ τό εὐρώ. Ἄν λοιπόν εἶσαι 65-70 Κgr, κοντεύεις ἤ περνᾶς τά 6.000.000 εὐρώ! Καταπληκτικό!

Μπορεῖ βεβαίως νά ἀντιτάξης πώς ἡ ἀξία ἐξαρτᾶται ἀπό τό ἄν ὑπάρχη κανείς διατεθειμένος νά πληρώση καί δέν ἔχει καμμία σημασία ἄν ἀξίζης 6.000.000 εὐρώ, ἀφοῦ κανείς δέν πρόκειται νά σοῦ τά δώση! Πολύ σωστά. Κάτι ὅμως πολυτιμότερο κι ἀπό τά χρήματα ἔχει πληρωθῆ ἤδη γιά σένα —τό πολύτιμο αἷμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πέθανε στό σταυρό γιά νά σέ ἑνώση μέ τό Θεό. Θέλεις λοιπόν νά μάθης πόσο ἀξίζεις; Βρές πρῶτα πόσο ἄξιζε ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ. Θά σέ βοηθήση ἡ Α´ Πέτρ 1, 18-19: “Νά λαμβάνετε δέ ὑπόψιν σας, ὅτι λυτρωθήκατε ἀπό τή ματαία πατροπαράδοτη ζωή σας μέ τίμημα ὄχι φθαρτά πράγματα, ἀσήμι ἤ χρυσάφι, ἀλλά μέ τό πολύτιμο αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πού θυσιάσθηκε σάν ἄμωμος καί ἄσπιλος ἀμνός”.

Δέν ἀξίξεις τίποτε, εἶπες; Καί ὅμως εἶσαι μοναδικός καί ἀνεκτίμητος. Προσπάθησε νά τό βάλης καλά στό μυαλό σου. Καί ὅταν τό καταλάβης αὐτό, τότε θά δῆς ὅτι θά ἔρθουν τά πάνω κάτω στή ζωή σου».

«Πρίν ἀπό μερικά χρόνια, ἕνας καλλιτέχνης ζωγράφισε ἕνα ἀξιοσημείωτο συμβολικό πίνακα. Ἔδειχνε ἕνα στόμα πού ἔφτυνε, ἕνα μάτι πού φλεγόταν καί μιά σφιγμένη γροθιά· αὐτό ἦταν ὅλο κι ὅλο· καμμιά ἀναπαράστασι τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, οὔτε κἄν μιά ἄλλη ἀνθρώπινη μορφή. Κάτω ἀπ᾽ αὐτή τήν εἰκόνα ἦταν τά λόγια: “Προφήτευσε, Χριστέ, ποιός σέ χτύπησε”.

Ἡ σημασία αὐτῆς τῆς εἰκόνας εἶναι σαφής, καί μᾶς λέει: Ἐσύ πού μέ κοιτάζεις· συμπλήρωσε τά μέρη αὐτοῦ τοῦ πίνακα πού λείπουν μέ τόν ἑαυτό σου. Ἐσύ εἶσαι ἐκεῖνος πού φτύνει τό Χριστό. Αὐτό τό στόμα πού φτύνει εἶναι τό δικό σου. Αὐτό τό ἄγριο μάτι, πού φλέγεται ἀπό ὀργή εἶναι τό δικό σου. Αὐτή ἡ σφιγμένη γροθιά εἶναι ἡ δική σου. Ἐσύ εἶσαι ἐκεῖνος πού ἔφερες τό Χριστό σ᾽ αὐτό τό φοβερό Του πάθημα. Μήν κοιτᾶς γύρω σου, ἀλλά κοίταξε μέσα σου. Χτύπα τό δικό σου στῆθος καί ὁμολόγησε μέ ταπείνωσι καί βαθειά συναίσθησι ντροπῆς».

Σχολιάζει ὁ ἀββάς Ἡσαΐας: «Ἄς ἀποκτήσουμε γιά τούς ἑαυτούς μας τή Μάρθα καί τή Μαρία, πού εἶναι ἡ κακοπάθεια καί τό πένθος, οἱ ὁποῖες κλαίουν ἐνώπιον τοῦ Σωτῆρος, γιά νά ἀναστήση τό Λάζαρο, δηλαδή τό νοῦ πού εἶναι δεμένος μέ τά πολλά δεσμά τῶν θελημάτων του. Τούς κάνει τή χάρι καί τούς τόν ἀνασταίνει ἐν συνεχείᾳ ὅμως τόν παραδίδει γιά νά τόν λύσουν καί νά τόν ἐλευθερώσουν»

  • Ὁ π. Ἀθανάσιος ὁ Ἰβηρίτης ἔλεγε: «Ὁ ἄνθρωπος ἐπανέρχεται στήν πρώτη ἀξία μέ τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἀφέθηκε καί στόν ἄνθρωπο γιά τήν ἐπανόρθωσί του λίγος κόπος, οὕτως ὥστε νά συμμετέχη καί αὐτός στή δική του σωτηρία. Δέν θέλει ὁ Θεός νά τόν προσβάλη. Τόν καλεῖ σέ συνεργασία. Κάτι περισσότερο ἀκόμη. Ὁ Θεός θέλει νά μή φανῆ ὅτι Αὐτός μᾶς ἔσωσε, ἀλλά ὅτι ἐμεῖς μέ τόν κόπο μας κερδίσαμε τόν παράδεισο».

Παρόμοιο: «Ἕνας ὁδοιπόρος κουράζεται ἀπό τό δρόμο καί τή στέρησι καί πέφτει λιπόθυμος ἀπό τήν πεῖνα καί τήν κούρασι. Ἕνας περαστικός τόν βλέπει καί τοῦ προσφέρει φαγητό. Ὁ ὁδοιπόρος ἀναλαμβάνει τίς δυνάμεις του καί συνεχίζει τήν πορεία του. Πῶς ἀπέκτησε δυνάμεις ὁ ὁδοιπόρος; Ἀπό τόν ὀργανισμό του ἤ ἀπό τό φαγητό; Ὁ ὁδοιπόρος χωρίς τό φαγητό θά ἀπέθνησκε, ἀλλά καί τό φαγητό μόνο χωρίς τήν ἀφομοίωσι στόν ὀργανισμό τί θά ἔκανε; Εἶναι λοιπόν τό φαγητό καί ὁ ὀργανισμός μαζί πού ἔδωσαν δύναμι στόν ἄνθρωπο. ῎Ετσι καί μέ τή χάρι. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ και ἡ συνεργασία τοῦ ἀνθρώπου μέ τή χάρι δίνει τή σωτηρία τῆς ψυχῆς».

«Ὁ ἔνδοξος Γάλλος στρατάρχης Ραντζύ, παίρνοντας μέρος στίς μάχες γιά τήν πατρίδα του, εἶχε χάσει τό ἕνα του μάτι, τό ἕνα του πόδι καί τό ἕνα του χέρι. Ὅταν πέθανε, πάνω στόν τάφο του ἡ πατρίδα ἔγραψε τό ἀκόλουθο ἐπίγραμμα. “Ἐνθάδε κεῖται τό ἥμισυ περίπου τοῦ στρατάρχου Ραντζύ. Τό ἄλλο ἥμισυ ἔμεινε στά πεδία τῶν μαχῶν”.

Μεγάλη τιμή γιά τόν ἄνθρωπο, πού προσέφερε τά σπουδαιότερα μέλη τοῦ σώματός του γιά τήν πατρίδα. Ἐμεῖς ὅμως, οἱ Χριστιανοί, τί προσφέραμε ἀπ᾽ τόν ἑαυτό μας γιά τό Χριστό; Πόσο μεγάλη τιμή γιά τό χριστιανό, νά σημειώνη ὁ ἄγγελος πάνω ἀπ᾽ τόν τάφο του: “Τά ἔδωσε ὅλα γιά τό Χριστό”. Ἀξίζει κανείς νά θυσιάζη γιά τό Χριστό, ὄχι μόνο ἕνα χέρι κι ἕνα μάτι, ἀλλά ὁλόκληρη τή ζωή του».

«Ἡ ζωή δέν εἶναι κατασκήνωσι· ἔχει χαρές, ἔχει ὅμως καί λύπες. Πρίν ἀπ᾽ τήν Ἀνάστασι προηγεῖται ἡ Σταύρωσι. Τά κτυπήματα τῶν δοκιμασιῶν εἶναι ἀπαραίτητα γιά τό λαμπικάρισμα τῆς ψυχῆς, γιατί αὐτά λαμπικάρουν τήν ψυχή. Ὅ,τι συμβαίνει καί μέ τό χταπόδι· ὅσο τό κτυπᾶμε, τόσο περισσότερο καθαρίζει καί μαλακώνει. Καί τό ψάρι φαίνεται ὡραῖο, ὅταν πλέη στή θάλασσα καί εἶναι ζωντανό, ἀκόμη κι ὅταν εἶναι στήν ἀγορά μέ τά λέπια καί τά ἐντόσθιά του, ἀλλά γίνεται χρήσιμο, μόνο ὅταν καθαρισθῆ —ἀσχημήνη ἐξωτερικά— καί μετά ψηθῆ. ῎Ετσι κι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀποβάλη κάθετί κοσμικό, τήν κοσμική ζωντάνια —τά λέπια—, ἀδειάζει ὅ,τι ἄχρηστο ἔχει μέσα του, “ψήνεται”, καί τότε γίνεται χρήσιμος».

«—Γύρω ἀπό τραπέζια στρογγυλά

στρογγυλοποιημένοι

στρογγυλοκάθονται οἱ “εἰδικοί”

καί ἐρευνοῦνε σφαιρικά

νά βροῦνε τίς αἰτίες

πού ὁδηγοῦν τά νιάτα μας

καί στίς αὐτοκτονίες.

Καί βρίσκουνε … καί βρίσκουνε …

πληθώρα, ἀφθονία

—… ἐκτός ἀπό τή μία:

ἄ-Χριστη κοινωνία».

«Μόλις Τόν πλησιάσαμε, Ἐκεῖνος μᾶς καλωσόρισε μέ τά χέρια ἁπλωμένα, ἀνοίγοντας, θαρρεῖς, τήν ἀγκαλιά Του, γιά νά μᾶς δεχθῆ· ἔκλινε τήν κεφαλή Του, γιά νά μᾶς ἀκούση· ἔκλεισε τά μάτια Του, γιά νά μή βλέπη τίς ἁμαρτίες μας· κάρφωσε τά πόδια Του, γιά νά μήν ἀπομακρυνθῆ ἀπό τήν ἀναξιότητά μας· ἄνοιξε μέ τή λόγχη τή θύρα τῆς καρδιᾶς Του, γιά νά ξεχύση πλούσια τό ἔλεος καί τήν εὐσπλαγχνία Του ἐπάνω μας».

«Οἱ Πατέρες ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ ᾽Ιούδας ἄν, ἀντί νά ἀφήση τήν ἀπόγνωσι νά τόν κυριεύση καί νά τόν ὁδηγήση στήν ἀγχόνη, κατόρθωνε νά μιμηθῆ τόν Πέτρο, ἄν, ἀντί τοῦ “ἀπελθών ἀπήγξατο” προσέφευγε στό “ἐξελθών ἔξω ἔκλαυσεν πικρῶς”, σήμερα ἀντί τῶν δύο πρωτοκορυφαίων τοῦ Πέτρου καί τοῦ Παύλου, θά εἶχαμε μία Τριανδρία ἁγίων Ἀποστόλων: Τόν Παῦλο “ἐκ διωκτῶν”, τόν Πέτρο “ἐξ ἀρνητῶν”, καί τόν ᾽Ιούδα “ἐκ προδοτῶν”.

Παράδειγμα καί στήριγμα γιά ὅσες ψυχές, ὄχι μόνο ἀρνήθηκαν ἤ δίωξαν ἀλλά καί πρόδωσαν ἀκόμη τό Χριστό. Ἡ μετάνοια δέν ἔχει περιορισμούς. Καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν γνωρίζει φραγμούς. “Δέχεται τόν ἔσχατον καθάπερ καί τόν πρῶτον. Καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει (: ὑπηρετεῖ)”».

«Τόν καιρό τῆς γερμανικῆς κατοχῆς ὁ Γερμανός διοικητής, ἐπειδή στό χωριό Τσιμπίδο σκότωσαν οἱ Ἄγγλοι δύο Γερμανούς καί τραυμάτισαν ἕναν ἀξιωματικό, ζήτησε νά τοῦ προσκομίσουν οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων, μία ὁρισμένη μέρα, 125 νέους ἀπό ὅλες τίς κοινότητες τῆς Πάρου, γιά νά τούς ἐκτελέση. Ὅταν ἄκουσα αὐτή τή θανατική ἀπόφασι —λέει ὁ Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος— πόνεσε ἡ ψυχή μου καί δοκίμασα θλίψι περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο, γιατί οἱ μελλοθάνατοι ἦταν πνευματικά μου παιδιά… καί ἡ πνευματική συγγένεια καί ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπ᾽ τή σαρκική, ὅπως ἔγραψε ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος, ὁ φιλόσοφος καί μάρτυρας. Γι᾽ αὐτό, λοιπόν, δέν ἀδιαφόρησα, ἀλλά ἀμέσως ἔσπευσα σάν πνευματικός πατέρας νά σώσω τά πνευματικά μου παιδιά ἀπ᾽ τόν ἐπικείμενο θάνατο. Ὅμως ὁ Διοικητής, ὅταν πήγαμε νά τόν παρακαλέσουμε μέ τόν ἀγαπητό γιατρό κ. Ἀλιμπράντη, βουλευτή τῆς Πάρου, καί μέ τούς ὑπολοίπους προέδρους τῶν κοινοτήτων καί τούς Ἱερεῖς τοῦ νησιοῦ, πού ὅλοι τους ἔδειξαν ἀδελφικό ἐνδιαφέρον, δέν δεχόταν μεσιτεῖες. Παρήγγειλε μάλιστα μέσῳ τοῦ φρουράρχου του ὅτι ὅποιος Ἕλληνας, ἤ ἀκόμη καί Γερμανός, τολμήση νά μεσιτεύση γιά τούς μέλλοντες νά ἐκτελεσθοῦν, θά ἐκτελεσθῆ καί αὐτός. Ὡστόσο ὁ φρούραρχος, πού ἦταν φιλέλληνας, μᾶς συμβούλευσε τά ἑξῆς:

“Ἐπειδή ἐδῶ δέν εἶναι δυνατόν νά τόν δῆτε, ἀλλά οὔτε καί συμφέρει, ἔχω τή γνώμη νά τόν καλέσετε στό Μοναστήρι, τἄχα γιά νά τόν φιλοξενήσετε καί νά τόν περιποιηθῆτε, καί πάνω στίς περιποιήσεις νά τοῦ ἀναφέρετε σχετικά, νά τόν παρακαλέσετε, καί ἴσως νά λυγίση, ἀλλά καί πάλι ἀμφιβάλλω”.

Δέν ἔχασα καιρό. Τήν ἴδια ἡμέρα τόν κάλεσα στό Μοναστήρι καί τήν ἑπόμενη ἦλθε. Φοβόμουν μήπως ἀπορρίψη τήν παράκλησί μου καί κατέφυγα στήν ἀκαταίσχυντη προστασία τῶν Χριστιανῶν, τήν ἀπροσμάχητη βοήθεια, τή μόνη ἐλπίδα, καταφυγή καί σωτηρία, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τή Ζωοδόχο Πηγή. Κάναμε, λοιπόν, Παράκλησι μέ ὅλους τούς πατέρες καί ἀδελφούς τοῦ Μοναστηριοῦ καί παρακαλέσαμε μέ πίστι καί ἱκετεύσαμε νά μεσιτεύση στόν Υἱό της καί Θεό μας νά μετατρέψη τήν ἀπόφασι τοῦ ἀδίκου Διοικητῆ καί νά χαρίση τή ζωή στούς ἀνεύθυνους, πού ἄδικα καταδικάσθηκαν σέ θάνατο. Τήν Παράκλησι στήν Παναγία παρακολούθησε καί ὁ Διοικητής μέ τή συνοδεία του. Μόλις τελείωσε ἡ Παράκλησι, ἑτοιμάσθηκαν νά ἀναχωρήσουν. Τότε ὁ Διοικητής εἶπε στό διερμηνέα νά τοῦ ζητήσω νά μοῦ κάνη μία χάρι. Ἐγώ ἐκείνη τή στιγμή γέμισα χαρά καί ἀγαλλίασι, διότι πίστευσα ὅτι εἰσακούσθηκε ἡ δέησί μας καί ἦλθε ἡ κατάλληλη στιγμή νά τοῦ ζητήσω ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο τόν κάλεσα στό Μοναστήρι καί κάναμε καί τήν Παράκλησι. Ὁπότε, πῆρα θάρρος καί μέσῳ τοῦ διερμηνέα τοῦ λέω νά μοῦ ὑποσχεθῆ πρῶτα ὅτι θά μοῦ κάνη τή χάρι τήν ὁποία θά ζητήσω, καί τότε θά τοῦ τή ζητήσω. Μοῦ ἔδωσε τό δεξί του χέρι καί μοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά τήν κάνη. Τότε, λοιπόν, τοῦ εἶπα ὅτι θέλω νά χαρίση τή ζωή στούς 125 νέους, τούς ὁποίους ἀποφάσισε νά θανατώση. Ἀλλά, ὅταν τό ἄκουσε, ἀπάντησε νά τοῦ ζητήσω ἄλλη χάρι, γιατί αὐτή τή χάρι δέν μπορεῖ νά τήν κάνη· διότι ἔχει τέτοια διαταγή, πού λέει: “Ὅταν σκοτωθῆ ἕνας Γερμανός, στή θέσι του νά σκοτώνωνται 50 Ἕλληνες ἀπ᾽ τά κοντυνά χωριά· γιά δύο Γερμανούς 100 Ἕλληνες κλπ.”. Καί ἐπειδή εἶδα ὅτι, παρά τίς παρακλήσεις τίς ὁποῖες τοῦ ἔκανα, ἐπέμενε νά τοῦ ζητήσω ἄλλη χάρι, τοῦ ζήτησα ὡς μεγίστη χάρι νά μέ πάρη μέ τούς 125 καταδίκους, νά μέ ἐκτελέση. Ὅταν ἄκουσε τοῦτο ὁ σκληρός ἐκεῖνος καί ἀπάνθρωπος Διοικητής, κάμφθηκε, μαλάκωσε ἡ καρδιά του, συντρίφθηκε καί συγκινημένος μοῦ ἔδωσε τό δεξί του χέρι καί μοῦ εἶπε: “Σοῦ τούς χαρίζω”. Τή στιγμή ἐκείνη τόση μεγάλη χαρά αἰσθάνθηκα, ὅση ποτέ. Εἶχα βέβαια χαρά ἐλπίζοντας ὅτι, ἄν δέν ἄλλαζε γνώμη γιά τούς καταδίκους, θά πέθαινα κι ἐγώ μέ τά πνευματικά μου παιδιά, ἀλλά ἡ χαρά ἐκείνη θά ἦταν χαρά μόνο γιά μένα, ὁ θάνατός μου δηλαδή μόνο σ᾽ ἐμένα θά προξενοῦσε χαρά, ἐνῶ στούς ἀδελφούς τῆς Μονῆς καί σέ ὅλα τά πνευματικά μου παιδιά στήν Πάρο θά προξενοῦσε λύπη. Ὅμως ἡ χαρά τήν ὁποία πῆρα, ὅταν ὁ Διοικητής μοῦ εἶπε “Σοῦ τούς χαρίζω”, ἦταν κοινή, γενική γιά ὅλους: γιά μένα, γιά τούς καταδίκους, γιά τούς γονεῖς, ἀδελφούς, συγγενεῖς, φίλους καί συμπατριῶτες, χαρά γιά ὅλη τήν Πάρο».

Ἐκμεταλλεύτρια Ἐκκλησία!

Ἡ προσφορά τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀφορμή γιά προσφορές ἀναγκεμένων συνανθρώπων μας· σημειώνει ὁ Κων. Κούρκουλας: «Τά ἄρθρα της, πού δημοσιεύονται σέ γυναικεῖα περιοδικά καί τά διαβάζουν ἑκατομμύρια ἀναγνώστριες, εἶναι γεμάτα χριστιανική πίστι καί δίνουν χαρά καί παρηγοριά σέ ἀναρίθμητες ψυχές. Μόνο, πού ἡ συγγραφέας τους, Audrey Muller, εἶναι παράλυτη ἀπό τό λαιμό καί κάτω καί τά ἄρθρα της αὐτά τά γράφει στή γραφομηχανή, χτυπώντας τά πλῆκτρα μέ ἕνα σφυράκι, τό ὁποῖο κρατᾶ ἀνάμεσα στά δόντια της!

“Μεγάλα τά τῆς πίστεως κατορθώματα”».

«Ἀλλοίμονο σέ ἐμᾶς, διότι ὁ γεννηθείς Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εἶναι καί ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα, δέν ἔχει ποῦ νά γείρη τό κεφάλι Του (Μθ 8, 20) σέ ἐμᾶς, παρόλο ὅτι ἔγινε ἄνθρωπος γιά ἐμᾶς. Ἀντιθέτως οἱ ἀλεποῦδες, τά πονηρά δηλαδή καί δόλια πνεύματα, ἔχουν ἐγκαταστήσει μέσα μας τίς κατοικίες τους».

Ὁ ἐξαίρετος λαϊκός ἱεροκήρυκας Δ. Παναγόπουλος τόνιζε: «Ἔχετε δεῖ καμμιά φορά ἔγκλημα καί κατόπιν τήν κηδεία τοῦ θύματος; Ἔχετε δεῖ μεταξύ τῶν προσώπων πού κηδεύουν τό θύμα νά εἶναι καί ὁ θύτης; Ἀσφαλῶς ὄχι. Γιατί ὁ θύτης ἤ θά ἔχη συλληφθῆ καί θά εἶναι στή φυλακή ἤ θά φυγοδικῆ. Μόνο στήν κηδεία τοῦ Χριστοῦ μας λαμβάνει χώρα αὐτό τό ὀξύμωρο, τό ἀνακόλουθο πράγμα, καί ἐν τούτοις μᾶς ἀνέχεται [τό θύμα μας, ὁ Χριστός, στόν Ἐπιτάφιο]». Τουλάχιστον, ἄς προσερχώμαστε μετανοημένοι!

Γράφει ἡ Virginia Woolf: «῞Υστερα, μιά μέρα στήν Ἀθήνα, Μεγάλη Παρασκευή σύμφωνα μέ τούς βαρβαρικούς τους ὑπολογισμούς, ἀλλά Θεέ μου, ῎Εθελ πόσο προτιμῶ τούς βαρβαρικούς τους ὑπολογισμούς, ἀπ᾽ τήν προτεσταντική μας ὀρθοδοξία! Τή νύκτα, ἐνῶ ὅλα σιγοῦσαν μέσα στή ζέστη, σταθήκαμε στό μπαλκόνι καί εἴδαμε νά περνᾶ ἡ πομπή. ῎Εψαλλαν, σέ ἐλάσσον κλειδί, ἕνα θρηνητικό τραγούδι, πού μοῦ φάνηκε ἐπιβλητικό καί ἐπίσημο, γύρω ἀπό ἕνα φέρετρο· καί οἱ παπάδες μέ μακρυά μαλλιά καί ἐπίσημες ἐπικήδειες ἐσθῆτες ἔψαλλαν, καί σέ βεβαιώνω πώς ὅ,τι τό θρησκευτικό ὑπάρχει μέσα μου, βουβό καί παραμορφωμένο, ἀνθοβόλησε κάτω ἀπ᾽ αὐτή τή θερμή αἰσθησιακότητα, τόσο ἁπτή, κίτρινη, ἁπαλή. Καί μοῦ ἦρθαν στό νοῦ τά φῶτα τῶν δικῶν μας ψαράδικων στ᾽ ἀνοικτά· ὅλοι περπατοῦσαν στό δρόμο κρατώντας ἕνα κίτρινο κερί ἀναμμένο, καί σ᾽ ὅλα τά παράθυρα ἔλαμπαν φωτάκια. Στ᾽ ἀλήθεια, μόνο πού δέν μᾶς πῆραν τά κλάματα ἐμᾶς τούς εἰδωλολάτρες». Ἡ ἕλξι τῆς Ὀρθοδοξίας!

 

ΠΕΡΙ ΙΟΥΔΑ

Ὁ Π. Β. Πάσχος γράφει: Ὁ Ἰούδας «ἐνῶ λυπήθηκε τό μύρο τῆς ἁμαρτωλῆς, τοῦ Ἀναμαρτήτου φίλου τό Αἷμα δέν ντράπηκε νά σκορπίση».

«Ὁ Ἰούδας ἔπεσε, παρόλο πού ἦταν συνεχῶς μαζί μέ τό Σωτῆρα.

Καί ὁ δίκαιος Λώτ ἐσώθη, παρότι ζοῦσε μέσα στά Σόδομα».

«Ὁ Ἰούδας εἶναι ἔνοχος γιά τό θάνατο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί γιά τό θάνατο τοῦ ἑαυτοῦ του. Φόνευσε τόν ἁγιότερο καί τό χειρότερο ἄνθρωπο».

«Ὅταν πουλᾶμε σέ κάποιον ἄλλο, πουλᾶμε μαζί καί τόν ἑαυτό μας. Ὁ Ηester Η. Cholmondelay ὑπογραμμίζει τήν πραγματικότητα αὐτή στό σύντομο ποίημά του, ᾽Ιούδας:

“Καί τώρα ὅπως καί παληά

κάθε ἄνθρωπος μόνος ὁρίζει τήν τιμή του.

Γιά τριάντα ἀργύρια, ὁ ᾽Ιούδας πούλησε

τόν ἑαυτό του, καί ὄχι τό Λυτρωτή του”».

ΠΕΡΙ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΩΘΕΝΤΟΣ

«—“Ἡ πόλις ἑάλω

κἀγώ ἔτι ζῶ;”.

—Χριστός στό Σταυρό πάνω

κἀγώ ἔτι ἁμαρτάνω;».

Ὁ Ἅγ. Λουκᾶς, Ἀρχιεπ. Κριμαίας, γράφει: «Μπορεῖ γιά μᾶς νά ὑπάρχη θησαυρός μεγαλύτερος ἀπ᾽ τό Σταυρό πού ἁγιάσθηκε μέ τό τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου; Ἄν στήν Π. Διαθήκη τό θυσιαστήριο πού ὑπῆρχε μέσα στό ναό τῶν Ἱεροσολύμων ἐθεωρεῖτο ἱερό, ἄν τό σπαθί τοῦ Γολιάθ, μέ τό ὁποῖο ὁ Δαυΐδ ἀποκεφάλισε αὐτό τό γίγαντα, φυλασσόταν μέσα στό ναό τυλιγμένο σέ πολύτιμα ὑφάσματα, τότε πῶς μποροῦμε ἐμεῖς νά μήν τιμοῦμε τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ;

Γνωρίζετε ὅτι τά πράγματα τῶν μεγάλων ἀνδρῶν φυλάσσονται σάν κειμήλια, ὅτι δημιουργοῦνται μουσεῖα, ὅπου αὐτά φυλάσσονται μέ πολλή προσοχή καί πώς τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι ὅλα αὐτά τά πράγματα. Ἐμεῖς λοιπόν νά μήν τιμοῦμε μέ ὅλη μας τήν καρδιά τό Σταυρό τοῦ Κυρίου τόν ὁποῖο ἡ ἁγία Ἑλένη βρῆκε τό 326;».

Συμβουλεύει ὁ Στάρετς Βαρσανούφιος: «Κάθε ἄνθρωπος κουβαλάει τό σταυρό του· κι ἐσύ τό ἴδιο πρέπει νά κάνης. Ἀκόμα κι ἄν εἶναι μικρός ἴσαμε ἕνα δάκτυλο, νά τόν κουβαλήσης. Τό νά κουβαλάη κανείς τό σταυρό εἶναι ἀπαραίτητο γιά τή σωτηρία κάθε Χριστιανοῦ κι ὄχι μόνο γιά τούς μοναχούς. Μάλιστα, κάθε ἄνθρωπος κουβαλάει τό δικό του σταυρό. Ὁ Σταυρός τόν ὁποῖο κουβάλησε ὁ Σαρκωμένος Κύριος ἦταν ὁ πιό βαρύς, γιατί περιεῖχε καί τούς σταυρούς ὅλου τοῦ κόσμου. Καί πρόσεξε: Ὁ Θεός κουβάλησε τό Σταυρό Του καί τόν βοήθησε ἕνας ἄνθρωπος —ὁ Σίμων ὁ Κυρηναῖος, πού πῆρε τό Σταυρό Του ἀπό Ἐκεῖνον καί τόν κουβάλησε μόνος του. Αὐτό σημαίνει πώς ὅταν κι ἐμεῖς κουβαλᾶμε τό σταυρό μας, βοηθᾶμε τόν Κύριο νά κουβαλάη τό δικό Του Σταυρό, δηλαδή προετοιμαζόμασθε νά γίνουμε δοῦλοι Του στόν οὐρανό, στό χορό τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων…».

Ἅγ. Αὐγουστίνος: «Τό χρέος μας στό Θεό εἶναι ἕνας Θεός καί ἕνας ἄνθρωπος. Ἕνας ἄνθρωπος, διότι ἐξ ὁλοκλήρου εἴμασθε δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ· ἕνας Θεός, διότι ἕνας Θεός θυσιάσθηκε γιά τόν καθένα μας. Νά δώσουμε ἕνα Θεό, εἶναι παράλογο νά τό σκεφθοῦμε. Ἄς δώσουμε ὅμως ἕνα ἄνθρωπο. Τόν ἑαυτό μας ἐξ ὁλοκλήρου στό Θεό».

Ἀναφέρει ὁ Παναγιώτης Κανελλόπουλος: «“Ἰσχυρίζομαι ὅτι μετά τό Θεό δέν ὑπάρχει τίποτε τό πιό εὐγενικό ἀπ᾽ τό πάσχειν. Διότι ἄν ἦταν κάτι εὐγενικότερο ἀπ᾽ τό πάσχειν, θά τό εἶχε τάξει ὁ οὐράνιος Πατήρ περισσότερο ἀπό κάθετί ἄλλο στόν υἱό Του Ἰησοῦ Χριστό. Ἀλλά στό Χριστό, ὕστερα ἀπ᾽ τήν ἐνανθρώπησί Του, δέν βρίσκουμε τίποτε ἄλλο τόσο πολύ, ὅσο τόν πόνο”. Ὁ συλλογισμός αὐτός τοῦ Μeister Εckhart εἶναι ἄψογος. Ὁ Ἰησοῦς ἦταν ὁ Ἐσταυρωμένος καί πρίν ἀκόμα Τόν καρφώσουν ἐπάνω στό Σταυρό. Ἦρθε ἀκριβῶς στόν κόσμο γιά νά σταυρωθῆ».

Ἡ δική μας, ἀγάπη πρός τό Χριστό εἶναι λειψή: «Ὁ Χριστός, μέ τήν ἀγάπη Του, ζητᾶ ἐμᾶς· ὄχι τά ἀγαθά μας. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως μέ τή μίζερη ἀγάπη τους ἀποζητοῦν τά ἀγαθά Του, ὄχι Ἐκεῖνον. Περιμένουν ἀπό Ἐκεῖνον τροφή, βροχή, εὐφορία, ὑγεία καί ἐπίγεια ἀγαθά γενικότερα. Καί Ἐκεῖνος τά δίνει ὅλα αὐτά ἀλλά μέ λύπη, γιατί δέν ζητοῦν τόν Ἴδιο. Οἱ ἄνθρωποι ξεχνοῦν πώς ὅταν ἀποκτοῦν Ἐκεῖνον, ἀποκτοῦν κι ὅλα τά ἀγαθά Του. Εἶπε κι ὁ ἀπόστολος: “Ἡγοῦμαι πάντα σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστόν κερδήσω”(Φλπ 3, 8). Καί σέ ἄλλο σημεῖο γράφει ὁ ἴδιος στούς πιστούς: “Οὐ γάρ ζητῶ τά ὑμῶν, ἀλλά ὑμᾶς”(Β´ Κορ 12, 14)».

«Ἡ ἀληθινή ἀγάπη σκοπό ἔχει νά δίνη τόν ἑαυτό της —νά δίνεται· δέν προβαίνει σέ τυχαῖες ἤ ἐπιπόλαιες χειρονομίες. Ἄν πηδοῦσες ἀπό μιά γέφυρα καί πνιγόσουν ἤ ἄν ὁρμοῦσες σ᾽ ἕνα σπίτι πού καιγόταν καί καιγόσουν κι ἐσύ ἀλλά αὐτά τά ἔκανες χωρίς κανένα σκοπό νά μέ σώσης, θά μέ ἔπειθες γιά τήν τρέλλα σου —ὄχι γιά τήν ἀγάπη σου. Ἄν ὅμως πνιγόμουν στή θάλασσα ἤ ἤμουν παγιδευμένος μέσα σ᾽ ἕνα σπίτι πού καιγόταν, κι αὐτό γινόταν στήν προσπάθειά σου νά μέ σώσης, τότε πραγματικά θά ἔβλεπα ἀγάπη κι ὄχι τρέλλα στήν πράξι σου. ῎Ετσι ἀκριβῶς καί ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ στό σταυρό δέν μπορεῖ νά ἰδωθῆ μόνος του σάν ἐκδήλωσι ἀγάπης, ἀλλά μόνο ἄν ὁ Χριστός εἶχε σκοπό, δίνοντας τή ζωή Του, νά σώση τή δική μας ζωή».

«Στήν Ἑλβετία πωλοῦνται μικρά καθρεπτάκια πού στό πίσω μέρος εἶναι γραμμένα τά ἀκόλουθα: “Γνωρίζεις γιά ποιόν σταυρώθηκε ὁ Χριστός; Γύρισε ἀπ᾽ τήν ἄλλη μεριά νά τόν δῆς”. Καί τό καθρεπτάκι στό γύρισμα δείχνει τό πρόσωπό μας».

«Τί θά λέγατε, ἄν οἱ σταυρωτές τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἔλεγαν ὅτι Τόν ἀγαποῦσαν, τή στιγμή ἀκριβῶς κατά τήν ὁποία Τοῦ κάρφωναν τά καρφιά στά χέρια καί στά πόδια καί Τόν ὕψωναν στό σταυρό; Δέν θά ἦταν μιά κοροϊδία περισσότερο στά Πάθη;

Τό ἴδιο κάνουν οἱ ἁμαρτωλοί πού λένε ὅτι ἀγαποῦν τό Θεό, ἐνῶ συνεχίζουν νά ἁμαρτάνουν».

«Στό σταυρό ἔχουμε τήν περιγραφή τοῦ μίσους στό χειρότερό του βαθμό καί τήν περιγραφή τῆς ἀγάπης στόν ὕψιστό της βαθμό.

Πόσο πολύ μίσησε ὁ ἄνθρωπος, ὥστε νά θανατώση τόν Χριστό! Πόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός, ὥστε νά θυσιάση τόν Υἱό Του γιά τούς ἀνθρώπους!».

«Ὁ Χριστός σταυρώθηκε μέν, ἀλλά σέ Σταυρό, τόν ὁποῖο Τοῦ φτιάξανε ἄλλοι, ὄχι ὁ Ἴδιος. Μήν θέλεις, λοιπόν, ἐσύ νά φτιάξης τό δικό σου σταυρό κατά τά μέτρα καί τήν ὄρεξί σου».