Περί Κολάσεως

Διαβάζουμε: «Ἡ Βίβλος μιλᾶ διαρκῶς γιά τό θέμα τῆς κολάσεως, καί μάλιστα μέ πολύ βαρειές λέξεις. Μοιάζει μέ φορτηγό πού ἔσπασαν τά φρένα του στόν κατήφορο καί κορνάρει διαρκῶς γιά νά προειδοποιήση γιά τόν κίνδυνο. Δυστυχῶς ὅμως, λίγοι ἄνθρωποι παίρνουν στά σοβαρά τίς προειδοποιήσεις τῆς Βίβλου γιά τήν κόλασι καί τήν ὑπόσχεσί της γιά τόν παράδεισο. Ἀλλά, ὅπως λέει ὁ συγγραφέας τῆς πρός Ἑβραίους ἐπιστ ολῆς: “Διά τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι, μή ποτε παραρρυῶμεν (: γιά νά μή χάσουμε τή σωτηρία). Εἰ γάρ ὁ δι᾽ ἀγγέλων λαληθείς λόγος ἐγένετο βέβαιος καί πᾶσα παράβασις καί παρακοή ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν (: τιμωρήθηκε δικαίως), πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας;”(Ἑβρ 2, 1-3)».

Οἱ ψευδομάρτυρες του Ἰεχωβᾶ λένε ὅτι ἡ ψυχή ἐκμηδενίζεται μετά θάνατον, ὁπότε καί δέν θά κολάζετε αἰωνίως ὅμως «Οἱ ἴδιες λέξεις πού χρησιμοποιοῦνται γιά νά ἐκφράσουν τή διάρκεια τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιοῦνται γιά νά ἐκφράσουν τή διάρκεια τῆς τιμωρίας τῶν ἀσεβῶν (Α´ Τιμ 1, 17 μέ Ἀπκ 20, 10). Ἐδῶ ἔχουμε τίς φράσεις “στούς αἰῶνας τῶν αἰώνων” ὅπου ὁ Θεός τιμᾶται καί δοξάζεται καί «εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων” ὅπου οἱ ἀσεβεῖς μέ τή Σατανική τριάδα βασανίζονται. Ἐάν “εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων” σημαίνει χρόνος ὁρισμένης διαρκείας τότε καί ἡ τιμή καί ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι “ὁρισμένης διαρκείας”. Ἀλλά βέβαια ὁ Θεός τιμᾶται καί δοξάζεται καί ζῆ ἀτελεύτητα, ἄρα ἀτελεύτητη εἶναι καί ἡ διάρκεια τῆς τιμωρίας τῶν ἀσεβῶν… Ἡ λέξις “αἰώνιος” ἀναφέρεται γιά τό Θεό καί ἡ ἴδια λέξι γιά τήν τιμωρία τῶν ἀσεβῶν. Μήπως θά παύση νά ὑπάρχη ὁ Θεός κάποτε; Τότε θά παύση καί ἡ τιμωρία τῶν ἀσεβῶν. Ἐπίσης τό Ρμ 1, 20 μέ τό Ἰούδ 6 (κείμενο). Ἐδῶ ἔχομε τή λέξι “ἀίδιος” γιά τή δύναμι τοῦ Θεοῦ, πού σημαίνει “παντοτεινή”, πάντα ἴδια, και “ἀίδια” γιά τά δεσμά τῶν πεπτωκότων ἀγγέλων, πού σημαίνει πάλι “παντοτινά”, πάντα ἴδια.

Ὁ Κύριος ζῆ “εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων”(Ἀπκ 10, 6) ἀλλά καί οἱ ἀσεβεῖς βασανίζονται “εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων”. Ἐπίσης Ἀπκ 4, 9, 10· 5, 13· 15, 7».

Ἐπισημαίνει ὁ Ἅγ. Μακάριος ὁ Πάτμιος: «Μέ ποιό λογαριασμό δικαιοσύνης νά τιμωρῆται μιά ἁμαρτία πεπερασμένη μέ τιμωρία ἄπειρη καί αἰώνια; Σέ αὐτό ἀποκρίνομαι πρῶτον, ὅτι ἀγκαλά [: ἄν] καί ἡ ἁμαρτία εἶναι πεπερασμένη, ὅμως ὁ Θεός εἶναι ἄπειρος, τοῦ Ὁποίου τούς νόμους καί τίς ἐντολές παραβαίνει ὁ ἁμαρτάνων, καί λοιπόν μέ κάθε δικαιοσύνη, μέ ἄπειρη καί αἰώνια τιμωρία πρέπει νά παιδεύεται ἐκεῖνος πού τολμᾶ καί καταφρονεῖ τόν ἄπειρο καί αἰώνιο Θεό…

Δεύτερον, ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἁμαρτάνη μέ κάποιο τρόπο χαρίζει τό τέλος στήν ἀπόλαυσι τοῦ θελήματός του μέ ἐκείνη τήν ἡδονή τῆς ἁμαρτίας, ὥστε ἄν τυχόν ζοῦσε πάντοτε νέος, χωρίς νά τοῦ ἔρθη κανένα ἐμπόδιο περιστάσεως ἐξωτερικό, πάντοτε ἔμελλε νά ἁμαρτάνη. Καί λοιπόν πεθαίνοντας μέ τέτοια θέλησι, αἰώνια δέχεται καί τήν κόλασι, μέ δίκαιη ψῆφο τοῦ Θεοῦ. Μέ παράδειγμα γίνεται φανερό αὐτό τό ὁποῖο λέω: ὑπέθεσε πώς δύο ἄνθρωποι βρίσκονται σ᾽ ἕνα παιχνίδι τή νύχτα, ἤ στήν ἀκρόασι ἑνός μελωδικοῦ τραγουδιοῦ, ἀλλά ἐκεῖ αἰφνιδίως μέ τό νά σωθῆ τό λάδι τοῦ λύχνου ἔσβησε καί ἔτσι καί ἐκεῖνοι ἀποκόπηκαν ἀπό τό παιχνίδι. Ὅμως ἄν τυχόν καί ὁ λύχνος ἄναβε, ὅλη τή νύχτα θά ἔπαιζαν. Κατά τόν ἴδιο τρόπο καί οἱ ἁμαρτωλοί, ἄν τυχόν καί ἡ ζωή τους ἦταν ἄπειρη καί ἡ πονηρή θέλησι θά ἐρχόταν ἐπ᾽ ἄπειρον καί λοιπόν μέ δίκαιο τρόπο γι᾽ αὐτό κολάζονται ἐπ᾽ ἄπειρον.

Τρίτο, οἱ ἄνθρωποι ὅταν ἁμαρτάνουν χάνουν κοντά στά ἄλλα καί τή Θεία Χάρι, ἀπό τήν ὁποία ἐλπίζουμε τή συγχώρησι τῶν ἁμαρτημάτων, καί πεθαίνοντας σέ τέτοια κατάστασι, δηλαδή ἔρημοι τῆς Θείας Χάριτος, ἀπομένουν πάντοτε ὑπεύθυνοι γιά τά δικά τους ἁμαρτήματα.

Τέταρτο, καθώς ὁ ἄνθρωπος ἔχει χρέος νά δώση στό Θεό ἄπειρη εὐχαριστία, ὄχι μόνο κατά τό δίκαιο τῆς δημιουργίας ἀλλά καί κατά τήν ἄπειρη τιμή τοῦ αἵματος μέ τό ὁποῖο ἀναπλάσθηκε καί ἐξαγοράστηκε, μέ τόν ἴδιο τρόπο, καταφρονώντας αὐτό τό ἄπειρο αἷμα σέρνει στό κεφάλι του μιά ἄπειρη τιμωρία, καί ἄν δέν προφθάση μέ τή δύναμι τῶν Μυστηρίων καί μέ ἀληθινή ἐπιστροφή καί συντετριμμένη μετάνοια νά ἀναλάβη τή Θεία Χάρι τήν ὁποία ἔχασε καί τήν πατρική ἀγάπη ἀπό τήν ὁποία χωρίστηκε, ἐξ ἀνάγκης αἰωνίως κολάζεται».

«Ἀπό μόνη της ἡ ἁμαρτία εἶναι φωτιά. Γι᾽ αὐτό λέμε πώς ὁ τάδε καίγεται ἀπ᾽ τό θυμό του ἤ φλέγεται ἀπό σαρκική ἀγάπη ἤ ἀπό φθόνο. Ἡ ἁμαρτία ἔχει μέσα της τήν καταδίκη τῆς φωτιᾶς. Ποιά, λοιπόν, θά εἶναι ἡ φωτιά αὐτή γιά τούς ἁμαρτωλούς, πού δέν μετενόησαν καί ἔτσι ἡ χάρι τοῦ Θεοῦ τούς ἐγκατέλειψε; Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία πώς ἡ λίμνη τοῦ πυρός ὑφίσταται, ὅπως καί ἡ κάμινος τοῦ πυρός καί ἡ γέεννα. Ὅλα αὐτά εἶναι ἀλήθεια. Καί ἐμεῖς εἴμαστε ἀναίσθητοι. Δέν φοβόμαστε, δέν τρέμουμε. Περνᾶμε τή ζωή μας μέ διασκεδάσεις».

«Ἀπό ὅλους αὐτούς πολύ περισσότερο ἀσχημονοῦσε κάποιος νεαρός ὀνόματι Νικόλαος, ὁ ὁποῖος, εὐχαριστούμενος νά φλυαρῆ ἄσκοπα καί καυχώμενος γιά τήν ἀθυροστομία του, αἰσθανόμενος δέ ἡδονή ἀπό τίς αἰσχρολογίες, ἔφερε πολλή ταραχή θλίψεως στόν Ἅγιο [Νικήτα Μηδικίου, 3 Ἀπ]. Καί δέν θά ἐνικᾶτο εὔκολα ὁ πειρασμός αὐτός, ἄν ὁ Θεός, προσβλέποντας στήν τόση ὑπομονή τοῦ δούλου Του, δέν οἰκονομοῦσε ὥστε νά συμβῆ κάτι παράδοξο καί ἐξαίσιο. Διότι κάποια νύχτα, ἐνῶ κοιμόταν ὁ θησαυροφύλακας τῆς ἀταξίας Νικόλαος, νόμισε ὅτι εἶδε τόν πατέρα του, πού εἶχε πεθάνει πρίν λίγο καιρό, ὁ ὁποῖος τόν ἀπειλοῦσε καί τοῦ ἔλεγε· “Ἄφησε τή διαγωγή σου. Μήν κάνης πλέον τίποτε στό Δίκαιο αὐτό, γιά νά μή γίνωμαι ἐγώ ὑπόδικος γιά τήν κόλασι, ἐξαιτίας τῆς δικῆς σου βαρβαρότητος καί ἀσεβείας, ἐσύ δέ, ἄν ἐπιμένης νά φέρεσαι ἔτσι, θά παραδοθῆς γιά ὅλη σου τή ζωή στό δαίμονα, γιά νά τιμωρῆσαι ἀπ᾽ αὐτόν”. Ἀμέσως λοιπόν, μόλις ἄκουσε αὐτά ὁ Νικόλαος ἀπό τόν πατέρα του, παρόμοια μέ ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἄκουσε ἄλλοτε ὁ Πιλάτος ἀπό τή γυναῖκα του, ὅταν ξύπνησε ἀπό τόν ὕπνο, κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη κατά τήν ὁποία ἐπρόκειτο νά κρίνη τόν Ἰησοῦ μου, δέν ἐνόχλησε πλέον τόν Ἅγιο. Ὄχι δέ μόνο αὐτό, ἀλλά καί τούς ἄλλους ἐμπόδιζε, διηγούμενος σ᾽ αὐτούς τό ὄνειρο. Ἔτσι, ζητώντας συγχώρησι, ἔζησε στό ἑξῆς μέ σωφροσύνη».

«—Γέροντα, στήν ἄλλη ζωή ὅσοι θά εἶναι στήν Κόλασι θά βλέπουν αὐτούς πού θά εἶναι στόν Παράδεισο;

—Κοιτάξτε, ὅπως αὐτοί πού εἶναι τή νύχτα ἔξω στό σκοτάδι βλέπουν ὅσους εἶναι μέσα σέ ἕνα δωμάτιο φωτισμένο, ἔτσι καί ὅσοι θά βρίσκωνται στήν κόλασι θά βλέπουν ὅσους θά εἶναι στόν Παράδεισο. Καί αὐτό θά εἶναι μεγαλύτερη κόλασι. Ὅπως πάλι ὅσοι τή νύχτα εἶναι στό φῶς, δέν βλέπουν αὐτούς πού εἶναι ἔξω στό σκοτάδι, ἔτσι καί αὐτοί πού θά βρίσκωνται στόν Παράδεισο δέν θά βλέπουν αὐτούς πού θά εἶναι στήν κόλασι. Γιατί, ἄν ἔβλεπαν τούς κολασμένους, θά πονοῦσαν, θά θλίβονταν γιά τήν ταλαιπωρία τους, καί δέν θά ἀπολάμβαναν τόν Παράδεισο, ἀλλά ἐκεῖ “οὐκ ἔστι πόνος…”. Καί ὄχι μόνο δέν θά τούς βλέπουν, ἀλλά οὔτε θά θυμοῦνται ἄν εἶχαν ἀδελφό ἤ πατέρα ἤ μητέρα, ἄν δέν εἶναι καί ἐκεῖνοι στόν Παράδεισο. “Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ διαλογισμοί αὐτοῦ” λέει ὁ Ψαλμωδός (145, 4). Γιατί, ἅμα τούς θυμοῦνται, πῶς θά εἶναι Παράδεισος; Αὐτοί μάλιστα πού θά εἶναι στόν Παράδεισο, θά νομίζουν ὅτι δέν θά ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι, οὔτε θά θυμοῦνται τίς ἁμαρτίες τίς ὁποῖες εἶχαν κάνει. Γιατί, ἄν θυμοῦνται τίς ἁμαρτίες τους, δέν θά ἀντέχουν ἀπό φιλότιμο στήν σκέψι ὅτι λύπησαν τό Θεό.

Ἡ ποσότητα πάλι τῆς χαρᾶς τοῦ καθενός στόν Παράδεισο θά εἶναι διαφορετική. Ἄλλος θά ἔχη μιά δακτυλήθρα χαρά, ἄλλος ἕνα ποτήρι, ἄλλος μιά ὁλόκληρη δεξαμενή. Ὅλοι ὅμως θά αἰσθάνωνται πλήρεις καί κανένας δέν θά ξέρη τό μέγεθος τῆς χαρᾶς, τῆς ἀγαλλιάσεως, τοῦ ἄλλου. Τά κανόνισε ἔτσι ὁ Καλός Θεός, διότι, ἄν γνώριζε ὁ ἕνας ὅτι ὁ ἄλλος ἔχει περισσότερη χαρά, δέν θά ἦταν τότε Παράδεισος, ἐπειδή θά ὑπῆρχε τό “γιατί ἐκεῖνος νά ἔχη περισσότερη χαρά καί ἐγώ λιγότερη;”. Δηλαδή καθένας θά βλέπη στόν Παράδεισο τή δόξα τοῦ Θεοῦ ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς του. Ἡ ὁρατότητα ὅμως δέν θά καθορισθῆ ἀπό τό Θεό, ἀλλά θά ἐξαρτηθῆ ἀπό τή δική του καθαρότητα».

«Ὅλη ἡ βάσι εἶναι ἡ ψυχή, διότι αὐτή εἶναι πού αἰσθάνεται καί τή χαρά καί τόν πόνο. Νά, πήγαινε σέ ἕνα πεθαμένο καί πές του τά πιό εὐχάριστα πράγματα, λ.χ. “ἦρθε ὁ ἀδελφός σου ἀπό τήν Ἀμερική” κλπ., δέν θά καταλάβη τίποτε. Ἄν τοῦ σπάσης τά χέρια, τά πόδια, πάλι δέν θά καταλάβη. Ἑπομένως ἡ ψυχή εἶναι πού αἰσθάνεται. Αὐτά ὅλα δέν τούς προβληματίζουν; Ἤ, ἄς ὑποθέσουμε, βλέπεις ἕνα ὡραῖο, ἕνα εὐχάριστο ὄνειρο, χαίρεσαι, χτυπάει γλυκά ἡ καρδιά σου καί δέν θέλεις νά τελειώση. Ξυπνᾶς καί στενοχωριέσαι, γιατί ξύπνησες. Ἤ βλέπεις ἕνα ἄσχημο ὄνειρο, ὅτι ἔπεσες λ.χ. καί ἔσπασες τά πόδια σου, καί ὑποφέρεις, κλαῖς. Ἀπό τήν ἀγωνία σου ξυπνᾶς μέ δάκρυα στά μάτια, βλέπεις ὅτι δέν ἔπαθες τίποτε, καί λές: “Εὐτυχῶς ὄνειρο ἦταν!”. Δηλαδή συμμετέχει ἡ ψυχή. Ἀπό ἕνα ἄσχημο ὄνειρο ὑποφέρει κανείς περισσότερο ἀπό ὅ,τι στήν πραγματικότητα, ὅπως καί ὁ ἄρρωστος ὑποφέρει πιό πολύ τή νύχτα ἀπ᾽ ὅ,τι τήν ἡμέρα. Ἔτσι καί ὅταν πεθάνη ὁ ἄνθρωπος, ἄν πάη στήν κόλασι, θά εἶναι πιό ὀδυνηρό. Σκεφθῆτε νά ζῆ κανείς ἕνα αἰώνιο ἐφιαλτικό ὄνειρο καί νά βασανίζεται αἰώνια! Ἐδῶ δέν μπορεῖς νά ἀντέξης γιά λίγα λεπτά ἕνα ἄσχημο ὄνειρο, ἄντε τώρα αἰώνια —Θεός φυλάξοι— νά εἶσαι μέσα στή θλίψι. Γι᾽ αὐτό καλύτερα νά μήν πᾶμε στήν κόλασι».

«Ὁ ἀββάς Δωρόθεος, πού τήν ἴδια ἐποχή διδάχθηκε καί αὐτός τή μοναχική βιοτή στό κοινόβιο τοῦ ἀββᾶ Σερίδου, γράφει σέ μία ἀπό τίς ἐπιστολές του: “Γιά τήν ἀντιμετώπισι τῆς ἀναισθησίας τῆς ψυχῆς βοηθοῦν ἡ συνεχής ἀνάγνωσι τῶν θείων Γραφῶν, οἱ κατανυκτικοί λόγοι τῶν θεοφόρων πατέρων καί ἡ μνήμη τῆς Κρίσεως τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα καί τῆς συναντήσεως τῶν φοβερῶν δυνάμεων, μέ τίς ὁποῖες συνεργάστηκε γιά τό κακό στήν ὀλιγοχρόνια καί ἐλεεινή αὐτή ζωή”».

«Δέν πρέπει νά θεωροῦμε τήν Κόλασι ὡς ἔκφρασι τιμωροῦ διαθέσεως τοῦ Θεοῦ. Κόλασι σημαίνει παντελής ἀπουσία Του. Καί ὡς τέτοια εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθέρας ἐπιλογῆς μας. Ὅταν κάποιος λέη στό Θεό: “Ἀπόστα ἀπ᾽ ἐμοῦ, ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι”(Ἰώβ 21, 14), τότε Αὐτός καίτοι Πανάγαθος δέν τόν σώζει μέ τό ζόρι. Δίκαιος ὤν τόν ἀφήνει νά ἀπολαύση τήν ἐπιλογή του, δηλ. τήν Κόλασι, ὅπως στόν ἅγιο προσφέρει τήν τρυφή τοῦ Παραδείσου. Ἐμεῖς δηλ. ἐπιλέγουμε τόν τόπο τῆς αἰωνίου κατοικίας μας καί ὁ Θεός ἁπλῶς προσυπογράφει τίς ἐπιλογές μας ὡς δίκαιος. Μέ δυό λόγια: Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ ἐξαντλεῖται στίς ἐπιλογές τῆς ἐλευθερίας μας».

«Ἡ ἁμαρτία καί ἡ κόλασι εἶναι παντρεμένοι, μέχρις ὅτου ἡ μετάνοια προκαλέση διαζύγιο».