Κατά των Παπικών Πλανών

Ἐκδ. Ὑπακοή, Μαυρομιχάλη 96, Ἀθήνα.

Τηλ. παραγγελιῶν 210-3635913

ΚΑΤΑ ΠΑΠΙΚΩΝ ΠΛΑΝΩΝ

Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀνασύραμε, καί πάλι ἀπό τούς θησαυρούς φιλοχρίστων ἀδελφῶν, μερικά ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῶν ποικίλων πλανῶν τῶν ΡΚαθολικῶν.

Εἶναι εὐκαιρία νά ὁπλισθοῦμε, ἀπό ἀγάπη πρός τήν ἀλήθεια, σέ ἕνα καιρό μινιμαλισμοῦ της, γιά νά μπορέσουμε νά μείνουμε ἀκλόνητα στερεωμένοι στή μόνη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας, τήν Ὀρθόδοξη, ἀλλά καί γιά νά βοηθήσουμε καλοπροαίρετες ψυχές πού θέλουν νά ἀποπτύσουν τήν πλάνη.

Μένει κανείς εὐχάριστα ἔκπληκτος ἀπό τό πλῆθος τῶν ἐπιχειρημάτων ἐναντίον τῶν παπικῶν πλανῶν καί διερωτᾶται: «μά εἶναι δυνατόν νά πιστεύουν τέτοια πράγματα»; Καί, ὅμως, εἶναι! Ὁ Διάβολος δέν μπαίνει ποτέ στό Ταμεῖο Ἀνεργίας! Μήν τό ξεχνᾶμε αὐτό.

Ἄς εὐχηθοῦμε ἡ χάρι τοῦ Θεοῦ νά ἀνοίξη τό νοῦ τῶν πλανεμένων αὐτῶν συνανθρώπων μας πρός τό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀμήν

ΠΕΡΙ ΠΡΩΤΕΙΟΥ

Κύρια θέσι τῶν Παπικῶν εἶναι ὅτι ὁ Πάπας, ὡς διάδοχος τοῦ Ἀπ. Πέτρου ἔχει θέσι ἐξουσίας, καί ὄχι ἁπλῶς τιμῆς, ἔναντι ὅλων τῶν ἄλλων Ἐπισκόπων. Ἄς δοῦμε πῶς ἔχει τό ζήτημα.

Οἱ Παπικοί ἐπικαλοῦνται τό τοῦ Χριστοῦ: «κἀγώ σοι λέγω ὅτι σύ εἶ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω Μου τήν ἐκκλησίαν»(Μθ 16, 18) καί «συνάγουν» ἀπό αὐτό τήν ἐξουσιαστική θέσι τοῦ Πέτρου, ὡς θεμελίου πέτρας, στήν Ἐκκλησία. Ὑπάρχει, ὅμως, πληθώρα χωρίων πού ἀνατρέπουν τή θέσι αὐτή: θεμέλιος λίθος εἶναι ὁ Χριστός, καί ἐπί μέρους λίθοι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι.

Θά μᾶς βοηθήση ὁ Ἅγ. Μακάριος ὁ Πάτμιος: «Δές τή συζήτησι τήν ὁποία ἔκαναν οἱ Υἱοί τοῦ Ζεβεδαίου γιά νά καθίσουν ὁ ἕνας στά δεξιά τοῦ Χριστοῦ καί ὁ ἄλλος στ᾽ ἀριστερά. Πρόσεχε τί ἀποκρίνεται σέ αὐτούς ὁ Χριστός: “οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν, κατακυριεύσουσιν αὐτῶν καί οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὕτω δέ ἔσται ἐν ὑμῖν. Ἀλλ᾽ ὅς ἐάν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται διάκονος ὑμῶν, καί ὅς ἐάν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔστω πάντων δοῦλος”(Μρ 10, 42-44). Ἄν εἶχε τά πρωτεῖα ὁ Πέτρος παρμένα ἀπό τόν Κύριο, δέν ἔπρεπε νά ἀποκριθῆ ὁ Κύριός μας ἔτσι, ἀλλά θά ἔλεγε: αὐτό τό ὁποῖο ζητᾶτε ἐσεῖς οἱ υἱοί τοῦ Ζεβεδαίου τό χάρισα στόν Πέτρο· αὐτός εἶναι ὁ πρῶτος σας, ἄρα ζητᾶτε κάτι ἀδύνατο. Δέν ἀποκρίθηκε, λέγω, μέ αὐτό τόν τρόπο ὁ Κύριος, ἀλλά εἶπε, ἐν ὑμῖν οὐχ οὕτως ἔσται· ἀναμεταξύ σας μικρός καί μεγάλος δέν ὑπάρχει. Ἐπίσης δές στό Μυστικό Δεῖπνο, ὅταν ἔπεσαν σέ φιλονεικία οἱ Ἀπόστολοι γιά τά πρωτεῖα: “ἐγένετο δέ φιλονεικία ἐν ἑαυτοῖς, τίς ἄν εἴη μείζων”(Λκ 22, 24). Καί τότε ὁ Κύριος δέν εἶπε ὁ Πέτρος εἶναι μεγαλύτερος, ἐπειδή αὐτόν ἀφήνω στό ποίμνιο γιά ἐπίτροπο, αὐτός εἶναι ἡ κεφαλή ὅλων σας. Τίποτε τέτοιο δέν εἶπε ἡ αὐτοαλήθεια, ἀλλά ἐκεῖνα τά ὁποῖα εἶπε παραπάνω “ὑμεῖς δέ οὐχ οὕτως ἀλλ᾽ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γενέσθω ὡς ὁ νεώτερος, καί ὁ ἡγούμενος ὡς ὁ διακονῶν”(Λκ 22, 26)».

Γράφει ὁ Ἅγ. Νεκτάριος: «Ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ ποιμαίνειν δέν δόθηκε μόνο στόν Ἀπόστολο Πέτρο γίνεται φανερό ἀπό τούς λόγους τοῦ ἴδιου τοῦ Ἀπόστολου Πέτρου στήν πρώτη του ἐπιστολή κεφ. 5, στίχ. 2 “ποιμάνατε τό ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ”».

° Ἀκόμα: «Ὁ Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας στήν ἐπιστολή πρός Νεστόριο λέει: “Καί γοῦν Πέτρος τε καί Ἰωάννης ἰσότιμοι μέν ἀλλήλοις, καθό καί Ἀπόστολοι καί ἅγιοι μαθηταί…”.

Ὁ θεῖος Κυπριανός στήν πραγματεία του Περί Ἁπλότητος τῶν Ἱερέωνλέει: “Τοῦτό γε πάντως ἦσαν καί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅπερ ἦν Πέτρος, τῇ ἴσῃ χάριτι καί δωρεᾷ κεκοσμημένοι τῆς τιμῆς καί τῆς ἐξουσίας”»(ΝΓ, 547).

° Ἐπίσης: «Ὁ Πέτρος καί οἱ λοιποί Ἀπόστολοι δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ὑπηρετικοί ποιμένες καί συγχρόνως καί λογικά πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό κίνησε τόν ἱερό Αὐγουστίνο νά πῆ, θαυμάζοντας, στόν Π´ ψαλμό: “Sigregemsubditumcogites, Christuspastor <pastorum; Sifabricamcogites> Christusfundamentumfundamentorum”(Πρβλ. AugustinusHipponensis, Enarrationesin Psalmos lxxxvi 3, PL 37, 1102), δηλαδή: “Ἄν θεωρήσουμε τήν ὑποκειμένη ποίμνη, ὁ Χριστός εἶναι ὁ ποιμήν τῶν ποιμένων. Ἄν θεωρήσουμε τήν Ἐκκλησία ὡς οἰκοδομή, ὁ Χριστός εἶναι τό θεμέλιο τῶν θεμελίων”».

Ὁ π. Σωκράτης Οἰκονομίδης τονίζει: Στό κατά Μάρκον (=κατά Πέτρον) δέν ἀναφέρεται τό «δώσω σοι». Ἄρα ὁ Πέτρος δέν ἐξεδέχετο ὅτι ὁ Χριστός τόν ξεχώριζε σάν κάτι τό ἰδιαίτερο.

  • Ὁ Ἀπ. Παῦλος δέν λέει γιά ὑπεραπόστολο (τόν Πέτρο): «Καί οὕς μέν ἔθετο ὁ Θεός ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν»(Α´ Κορ 12, 28).
  • Δέν λέει σοί δώσω τάς κλεῖς (ὁπότε πρωτεῖο), ἀλλά δώσω σοι.
  • Προτάσσεται τοῦ Πέτρου ὁ Ἰάκωβος: «Καί γνόντες τήν χάριν τήν δοθεῖσάν μοι, Ἰάκωβος καί Κηφᾶς καί Ἰωάννης, οἱ δοκοῦντες στῦλοι εἶναι, δεξιάς ἔδωκαν ἐμοί καί Βαρνάβᾳ κοινωνίας, ἵνα ἡμεῖς εἰς τά ἔθνη, αὐτοί δέ εἰς τήν περιτομήν»(Γαλ 2, 9)
  • Νά ἀπευθύνωνται στή σύνοδο καί ὄχι στόν Πέτρο:«Ἐάν δέ ἁμαρτήσῃ εἰς σέ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε καί ἔλεγξον αὐτόν μεταξύ σοῦ καί αὐτοῦ μόνου· ἐάν σου ἀκούσῃ, ἐκέρδησας τόν ἀδελφόν σου· ἐάν δέ μή ἀκούσῃ, παράλαβε μετά σοῦ ἔτι ἕνα ἤ δύο, ἵνα ἐπί στόματος δύο μαρτύρων ἤ τριῶν σταθῇ πᾶν ῥῆμα· ἐάν δέ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπέ τῇ ἐκκλησίᾳ· ἐάν δέ καί τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικός καί ὁ τελώνης»(Μθ 18, 15-17).
  • «“Σέ ἐμᾶς δέν ὑπάρχει ἐπίσκοπος τῶν ἐπισκόπων”(Ἅγ. Κυπριανός)».
  • «“Sumus christiani, non petriani”(εἴμαστε ὀπαδοί τοῦ Χριστοῦ, ὄχι τοῦ Πέτρου), εἶχε διακηρύξει ὁ Αὐγουστίνος (Εnarrationes in Ρsalmos 44, 23)».

 

ΠΕΡΙ ΑΖΥΜΩΝ

Οἱ Παπικοί διατείνονται ὅτι πρέπει νά χρησιμοποιῆται ἄζυμος ἄρτος κατά τό Μυστήριο τῆς θ. Εὐχαριστίας. Ἄς δοῦμε πῶς ἔχει ἡ ἀλήθεια.

Γράφει ὁ καθηγ. Ἀνδρ. Θεοδώρου: «Κατά τή μαρτυρία τοῦ Ἰωάννου “οἱ γραμματεῖς οὐκ εἰσῆλθον εἰς τό πραιτώριον, ἵνα μή μιανθῶσιν, ἀλλ᾽ ἵνα φάγωσι τό Πάσχα”(18, 28) ἡ δέ ἡμέρα μετά τήν ταφή τοῦ Κυρίου ἦταν “ἡμέρα μεγάλη”(19, 31), δηλαδή τό Σάββατο, ὅταν ἄρχιζε καί ὁ ἑορτασμός τοῦ ἑβραϊκοῦ Πάσχα. Εἶναι ἑπομένως φανερό, ὅτι ὁ Κύριος, συστήνοντας τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας τήν προηγούμενη τοῦ θανάτου του, δηλαδή τήν Πέμπτη, χρησιμοποίησε ἔνζυμο ἄρτο, ἀφοῦ ἡ χρῆσι τῶν ἀζύμων ἄρχιζε ἀπό τήν τέλεσι τοῦ Πάσχα καί διαρκοῦσε ἑπτά ἡμέρες. Ἀλλά καί ἡ ἱστορική μαρτυρία συνηγορεῖ ὑπέρ τῆς χρησιμοποιήσεως ἐνζύμου ἄρτου. Ἔτσι οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου προσκαρτερώντας στήν Ἱερουσαλήμ “τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου”, χρησιμοποιοῦσαν ἄρτο ἔνζυμο, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖτο ἀπό κοινοῦ ἀπό τήν καθολική Ἐκκλησία μέχρι τό 10ο αἰῶνα, μέ ἐξαίρεσι μόνο τούς ἰουδαΐζοντες χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦσαν ἄζυμο ἄρτο»

Νά σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι ἡ θ. Εὐχαριστία τῶν Μαθητῶν γινόταν σέ διάφορες χρονικές περιόδους καί ὄχι μόνο κατά τίς ἡμέρες τοῦ Ἑβραϊκοῦ Πάσχα κατά τό ὁποῖο χρησιμοποιοῦντο τά ἄζυμα.

Διαβάζουμε: «Πρός ὑπεράσπισι τῆς καινοτομίας τους αὐτῆς οἱ Δυτικοί παρουσιάζουν τίς ἐπί τοῦ προκειμένου θέματος ρήσεις τῶν συνοπτικῶν Εὐαγγελιστῶν, κατά τίς ὁποῖες, φαινομενικά τουλάχιστον, εὐοδώνεται ἡ ἄποψί τους. Διότι ὁ μέν Ματθαῖος λέει· “Τῇ δέ πρώτῃ τῶν ἀζύμων προσῆλθον οἱ Μαθηταί τῷ Ἰησοῦ λέγοντες αὐτῷ· ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι φαγεῖν τό Πάσχα;”(Μθ 26, 17)· ὁ δέ Μᾶρκος λέει· “Καί τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ τῶν ἀζύμων, ὅτε τό Πάσχα ἔθυον, λέγουσιν αὐτῷ οἱ Μαθηταί αὐτοῦ· ποῦ θέλεις ἀπελθόντες ἑτοιμάσωμεν ἵνα φάγῃς τό Πάσχα;”(Μρ 14, 12)· καί ὁ Λουκᾶς λέει· “Ἦλθε δέ ἡμέρα τῶν ἀζύμων, ἐν ᾗ ἔδει θύεσθαι τό Πάσχα· καί ἀπέστειλε Πέτρον καί Ἰωάννην εἰπών· πορευθέντες ἑτοιμάσατε ἡμῖν τό Πάσχα ἵνα φάγωμεν”(Λκ 22, 7). Ἔτσι λένε οἱ θεῖοι Εὐαγγελιστές καί ἔτσι ἀναμφισβήτητα ἔχει ἡ ἀλήθεια, ποιά ὅμως εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα τῶν ἀζύμων; Οἱ Εὐαγγελικές ρήσεις δέν ἑρμηνεύονται καθεμία χωριστά, ἀλλά σέ συνδυασμό μέ τίς παρεμφερεῖς. Ἀπερίσκεπτη καί ἐσπευσμένη ἑρμηνεία εἶναι δυνατόν νά ὁδηγήση σέ πλάνη. Τό βεβαιώνει αὐτό ὁ θεῖος Παῦλος λέγοντας· “ἡ ἱκανότης ἡμῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ, ὅς καί ἱκάνωσεν ἡμᾶς διακόνους Καινῆς Διαθήκης, οὐ γράμματος, ἀλλά πνεύματος· τό γάρ γράμμα ἀποκτείνει, τό δέ πνεῦμα ζωοποιεῖ”(Β´ Κορ 3, 5-6). Θά μποροῦσαν νά γραφοῦν καί ἔχουν γραφῆ πολλά στό θέμα αὐτό, ἀλλά δέν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ ἔκτασι σέ μῆκος. Αὐτό μόνο λέμε ἐδῶ, ὅτι, κατά τίς ἑρμηνεῖες τῶν Πατέρων, πρώτη ἡμέρα τῶν ἀζύμων ἐννοοῦν ἐδῶ οἱ θεῖοι Εὐαγγελιστές τήν ἡμέρα πρό τῶν ἀζύμων. Ἄλλωστε πρῶτος αὐτόπτης μάρτυρας καί ἑρμηνευτής τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος λέει· “Πρό δέ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα… καί δείπνου γενομένου, τοῦ διαβόλου ἤδη βεβληκότος εἰς τήν καρδίαν Ἰούδα Σίμωνος Ἰσκαριώτου ἵνα αὐτόν παραδῷ, εἰδώς ὁ Ἰησοῦς…”(Ἰω 13, 2-4)…

[Ἄν κατά τό Μυστικό Δεῖπνο εἴχαμε Νομικό Πάσχα] δέν θά ἦταν δυνατόν νά διαδραματιστοῦν καί τά γεγονότα πού ἐπακολούθησαν τοῦ Δείπνου, ὅπως αὐτά ἐξιστοροῦνται ἀπό τούς ἱερούς Εὐαγγελιστές. Δηλαδή ἡ κατά τό βράδυ αὐτό ἀποστολή ἀνδρῶν ὁπλισμένων γιά τή σύλληψι τοῦ Σωτῆρα καί ἡ προσαγωγή μπροστά στούς ἀρχιερεῖς, ἡ κατά τήν ἑπομένη δίκη του ἀπό τά μέλη τοῦ μεγάλου συνεδρίου, ἡ ἀγγαρεία τοῦ Σίμωνα τοῦ Κυρηναίου, πού ἐρχόταν ἀπό τόν ἀγρό, στόν ὁποῖο βεβαίως ἐργαζόταν καί ἡ ἐκτέλεσι τῆς καταδίκης τοῦ Ἰησοῦ καί τῶν δύο ληστῶν, πού ἀπαγορευόταν αὐστηρά… ἀπό τό νόμο κατά τή μεγάλη ἡμέρα τοῦ Πάσχα, καθώς ἐπίσης ἡ ἀπόλυσι ἑνός καταδίκου, πού ἔγινε πρίν τό Πάσχα, γιά νά φάη τό Πάσχα, ὁ φόβος τῶν ἀρχόντων τῶν Ἰουδαίων νά μήν μποῦν στό Πραιτώριο, “ἵνα μή μιανθῶσιν, ἀλλ᾽ ἵνα φάγωσι τό Πάσχα” καί ἐσπευσμένη ἀποκαθήλωσι καί ταφή τοῦ Ἰησοῦ κατά τό βράδυ τῆς Παρασκευῆς, ὅλα αὐτά μαρτυροῦν ὅτι ἡ Παρασκευή ἦταν ἡμέρα ἐργάσιμη… Γι᾽ αὐτό ἁπλός καί συνηθισμένος ὑπῆρξε ὁ Δεῖπνος καί ἑπομένως μέ ἔνζυμο ἄρτο παρέδωσε ὁ Κύριός μας τό φρικτό καί ὑπερφυές Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας… Τά ἰουδαϊκά ἔθιμα κατήργησε ἡ Σύνοδος τῶν Ἀποστόλων. Γι᾽ αὐτά γράφεται στίς Πράξεις· “Ἔδοξε γάρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν μηδέν πλέον ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος (: νά μή σᾶς ἐπιβαρύνουμε)”(Πρξ 15, 28).

Νά σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι κατά τήν Ἀποστολική Σύνοδο θά μποροῦσαν νά τονίσουν τή διατήρησι τῶν ἀζύμων, ἀλλά δέν τό ἔκαναν.

Νά σημειώσουμε ἐδῶ τό πῶς ἑρμηνεύονται σωστά οἱ χρονικοί προσδιορισμοί τῶν Συνοπτικῶν ((πρώτη) τῶν ἀζύμων). Γράφει ὁ Ἅγ. Μακάριος ὁ Πάτμιος: «Ἐκεῖνο τό ὁποῖο λέει ὁ Εὐαγγελιστής, τῇ πρώτῃ τῶν Ἀζύμων, ἐννόησε ἀντί πρό τῶν Ἀζύμων καί τό ἦλθεν ἡ ἡμέρα τῶν Ἀζύμων, ἀντί τοῦ ἔφτασε ἡ ἑορτή, ἐπειδή ἔχουμε συνήθεια ἐκεῖνα πού μέλλουν νά ἔρθουν μετά ἀπό λίγο νά τά ἐννοοῦμε ὡς παρόντα, χάριν λόγου. Ὅταν πλησιάση ἡ ἄνοιξι λέμε ὅτι ἔφτασε ἡ ἄνοιξι καί ὅταν βελτιώνεται ἡ ὑγεία τοῦ ἀσθενοῦς λέμε ὅτι εἶδε τήν ὑγεία του»(ΜΠ, 142).

  • Πρώτη τῶν ἀζύμων=Πρό τῶν ἀζύμων:«Ἰωάννης μαρτυρεῖ περί αὐτοῦ καί κέκραγε λέγων· οὗτος ἦν ὅν εἶπον, ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτιπρῶτός (προγενέστερός) μου ἦν»(Ἰω 1, 15).

«Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμέ πρῶτον ὑμῶν (πρίν ἀπό σᾶς) μεμίσηκεν»(Ἰω 15, 18).

  • Ἐργάσιμη ἡμέρα ἡ Παρασκευή· δέν εἶχε ἔλθει δηλ. ἀκόμα τό Νομικό Πάσχα καί τά ἄζυμα:«Λέγει οὖν αὐτῷ [στόν Ἰούδα] ὁ Ἰησοῦς· Ὅ ποιεῖς, ποίησον τάχιον. Τοῦτο δέ οὐδείς ἔγνω τῶν ἀνακειμένων πρός τί εἶπεν αὐτῷ· τινές γάρ ἐδόκουν, ἐπεί τό γλωσσόκομον εἶχεν ὁ Ἰούδας, ὅτι λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, ἀγόρασον ὧν χρείαν ἔχομεν εἰς τήν ἑορτήν [τοῦ Πάσχα], ἤ τοῖς πτωχοῖς ἵνα τι δῷ»(Ἰω 13, 27-29).
  • Παρασκευή=προετοιμασία τοῦ Πάσχα:«Ἦν δέ παρασκευή τοῦ πάσχα, ὥρα δέ ὡσεί ἕκτη· καί λέγει τοῖς Ἰουδαίοις· ἴδε ὁ βασιλεύς ὑμῶν»(Ἰω 19, 14). Εἶχε προηγηθῆ ὁ Μυστικός Δεῖπνος μέ ἔνζυμο ἄρτο.
  • «Τοῦτοτό Πάσχα φαγεῖν»: «Καί εἶπε πρός αὐτούς. ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα τοῦτο τό πάσχα φαγεῖν μεθ᾿ ὑμῶν πρό τοῦ με παθεῖν»(Λκ 22, 15). Τά νομικά τά ἔτρωγε κάθε χρόνο.
  • «Γενομένου δείπνου»(Ιω 13, 2), ὡς συνήθως, καί ὄχι «τοῦδείπνου»(τοῦ Νομικοῦ Πάσχα δηλ).
  • Στήν πρᾶξι ἡ διαφωνία: Οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ φράγκου Ἀρχιεπ. Κύπρου στούς 13 ὁσιομάρτυρες τῆς ἱ. Μονῆς Καντάρας (19 Μαΐου):

«—Πῶς δικαιολογεῖτε τή φράσι τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, πού λέει: “Ἦλθε δέ ἡ μέρα τῶν ἀζύμων, ἐν ᾗ ἔδει θύεσθαι τό Πάσχα, καί ἀπέστειλε Πέτρον καί Ἰωάννην εἰπών πορευθέντες ἑτοιμάσατε ἡμῖν τό Πάσχα ἵνα φάγωμεν”, καί αὐτοί πῆγαν καί ἑτοίμασαν; Ἀφοῦ ἦταν ἡ ἡμέρα τῶν ἀζύμων, πῶς χρησιμοποίησαν ἄρτο, δηλ. ἔνζυμο ψωμί;

—Τό χρονικό διάστημα πού ἄρχιζε ἀπό τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἔδυε ὁ ἥλιος τῆς Μ. Πέμπτης μέχρι τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἔδυε ὁ ἥλιος τῆς Μ. Παρασκευῆς, ἀπάντησαν οἱ Ἀσκητές, λεγόταν ἀπό τούς Ἑβραίους “ἡμέρα ἀζύμων”. Καί λεγόταν ἔτσι, ὄχι γιατί τήν ἡμέρα αὐτή οἱ Ἑβραῖοι ἔτρωγαν ἄζυμα, ἀλλά γιατί τά ἑτοίμαζαν. Τά ἄζυμα, δηλ. τό ψωμί χωρίς προζύμι, τό πήττινο, αὐτοί ἄρχιζαν νά τό τρώγουν μαζί μέ τόν ψητό ἀμνό τή Μ. Παρασκευή τό βράδυ, κατά τό ὁποῖο ἄρχιζε καί τό Πάσχα τους. Σέ καμμιά ἄλλη μέρα ἐκτός ἀπό τήν Ἑβδομάδα τοῦ Πάσχα, οἱ Ἑβραῖοι δέν ἔτρωγαν ἄζυμα. Καί ἀφοῦ ὁ Μυστικός Δεῖπνος ἔγινε τό βράδυ τῆς Μ. Πέμπτης, ὁ Κύριος πρέπει νά χρησιμοποίησε ἄρτο, δηλ. ἔνζυμο ψωμί, γιατί κι ἄν εἶχαν προπαρασκευασθῆ τά ἄζυμα, δέν ἐπιτρεπόταν, σύμφωνα μέ τό Νόμο, νά προσφερθοῦν καί νά χρησιμοποιηθοῦν.Ἔνζυμο ἄρτο, λοιπόν, χρησιμοποίησε ὁ Κύριος».

 

ΠΕΡΙ ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ

Μιά ἀπό τί κακοδοξίες τῶν Παπικῶν εἶναι καί ἡ πίστι στήν ὕπαρξι τοῦ Καθαρτηρίου πυρός πού —καί γι᾽ αὐτό ὀνομάζεται καθαρτήριο— καθαρίζει τίς ψυχές μετά θάνατον ἀπό μικρές ἁμαρτίες.

Ἰδού ἕνας διάλογος:

«Ὀρθόδοξος: Πλάνη τῆς Παπικῆς [«]Ἐκκλησίας[»] εἶναι ἡ πίστι της περί καθαρτηρίου πυρός· δηλ. ὅτι μετά τό θάνατο οἱ ψυχές, οἱ μέν καθαρές καί ἐλεύθερες ἀπό κάθε κηλίδα ἀπέρχονται ἀμέσως στήν ἀπόλαυσι, οἱ δέ ψυχές ὅσων μετά τό βάπτισμα περιέπεσαν σέ ἁμαρτίες, ἔπειτα δέ μετανόησαν πραγματικά καί ἐξομολογήθηκαν, δέν πρόφθασαν ὅμως νά ἐκτελέσουν τήν ποινή, τήν ὁποία ἐπέβαλε σέ αὐτούς ὁ πνευματικός τους πατέρας, οὔτε ἀπέδωσαν καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας γιά τήν ἐξιλέωσι τῶν ἁμαρτιῶν τους, αὐτές οἱ ψυχές καθαίρονται μέ τό καθαρτήριο πῦρ ἄλλες συντομότερα, ἄλλες ἀργότερα, ἀνάλογα μέ τίς ἁμαρτίες, καί μετά τόν καθαρισμό ἀπέρχονται στήν ἀπόλαυσι τῆς αἰωνίου μακαριότητος· συνεργεῖ δέ καί ἡ Ἐκκλησία σ᾽ αὐτό μέ τίς δεήσεις τῶν ἱερέων, ἀκόμη δέ καί μέ τίς λειτουργίες καί ἐλεημοσύνες.

Παπικός: Ἀλλά τό δόγμα τοῦ καθαρτηρίου πυρός στηρίζεται στήν Ἁγία Γραφή· Νά τί λέει: “Εἴ τινος τό ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται· αὐτός δέ σωθήσεται, οὕτως δέ ὡς διά πυρός”(Α´ Κορ 3, 15).

—Τό χωρίο τῆς Γραφῆς ἐδῶ ἐννοεῖ ὅτι ὅποιος δέν οἰκοδομεῖ τό θρησκευτικό του οἰκοδόμημα στό θεμέλιο λίθο, τό Χριστό, τά δέ ἔργα του εἶναι ἀνάξια λόγου καί μεμπτέα (: κατηγορητέα), αὐτός μέ μεγάλη δυσκολία θά σωθῆ, ἤ, μᾶλλον, ἀδύνατον νά σωθῆ. Καί τά μέν ἔργα του ὡς μηδαμινά θά κατακαοῦν, αὐτός ὅμως δέν θά χαθῆ, ἀλλά θά κατακαίεται αἰώνια μέ τό πῦρ, ὅπως τά ἀντικείμενα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα δέν κατακαίονται, ἀλλά διαφυλάσσονται ἀκέραια μέσα στή φωτιά. Δέν ἐξάγεται ἀπό τό ἐδάφιο αὐτό δόγμα περί καθαρτηρίου πυρός, διότι σ᾽ αὐτό γράφεται ἀκόμη· “Ἑκάστου τό ἔργον φανερόν γενήσεται· ἡ γάρ ἡμέρα [τῆς Β´ Παρουσίας. Αὐτό καί μόνο ἀναιρεῖ τά περί καθαρτηρίου πυρός γιά τώρα] δηλώσει· ὅτι ἐν πυρί ἀποκαλύπτεται· καί ἑκάστου τό ἔργον ὁποῖόν ἐστι, τό πῦρ δοκιμάσει· εἴτινος τό ἔργον μένει, ὅ ἐπῳκοδόμησε, μισθόν λήψεται”(Α´ Κορ 3, 13-14). Θά ἦταν, λοιπόν, ἀνοησία νά φανταστοῦμε ὅτι καί οἱ δίκαιοι θά διέλθουν ἀπό τό καθαρτήριο πῦρ. Στήν Ἁγία Γραφή πουθενά δέν συναντᾶται κάτι σχετικά μέ τό καθαρτήριο πῦρ πρίν τήν κρίσι, ἀλλά ὅτι οἱ μέν ψυχές τῶν δικαίων θά εἶναι σέ εὐάρεστη κατάστασι, οἱ δέ τῶν ἁμαρτωλῶν σέ χειρότερη κατάστασι μέχρι τήν τελική κρίσι. Τό μόνο σωστό εἶναι… ὅτι ὅσοι πέθαναν καί δέν ἔμειναν σέ κατάστασι ἀμετανόητη, δέν πρόφθασαν δέ νά πράξουν ἔργα μετανοίας καί ἐξιλεώσεως, μποροῦν πολύ νά ὠφεληθοῦν ἀπό τίς εὐχές καί δεήσεις καί μνημόσυνα καί ἐλεημοσύνες τῆς Ἐκκλησίας ὑπέρ αὐτῶν κατά τήν τελική κρίσι. “Ἐάν δέ ἐν τῷ φωτί περιπατῶμεν, ὡς αὐτός ἐστιν ἐν τῷ φωτί, κοινωνία ἔχομεν μετ᾽ ἀλλήλων”(Α´ Ἰω 1, 7). “Μακάριοι οἱ νεκροί οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπάρτι. Ναί, λέγει τό πνεῦμα, ἵνα ἀναπαύσωνται ἐκ τῶν κόπων αὐτῶν· τά δέ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ᾽ αὐτῶν”(Ἀπκ 14, 13). “Συνέχομαι γάρ ἐκ τῶν δύο, τήν ἐπιθυμίαν ἔχων εἰς τό ἀναλῦσαι (: νά ἀναχωρήσω), καί σύν Χριστῷ εἶναι· πολλῷ γάρ μᾶλλον κρεῖσσον (: αὐτό εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερο)”(Φλπ 1, 23). “Τό γάρ παραυτίκα ἐλαφρόν τῆς θλίψεως ἡμῶν (: ἡ προσωρινή ἐλαφρή θλίψι μας) καθ᾽ ὑπερβολήν εἰς ὑπερβολήν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν (: προετοιμάζει γιά μᾶς αἰώνια καί ὑπερβολικά ὑπερβολική σέ βαρύτητα δόξα), μή σκοπούντων ἡμῶν (: δέν ἀποβλέπουμε) τά βλεπόμενα, ἀλλά τά μή βλεπόμενα”(Β´ Κορ 4, 17-18). “Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ τόν λόγον Μου ἀκούων, καί πιστεύων τῷ πέμψαντί Με, ἔχει ζωήν αἰώνιον, καί εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν”(Ἰω 5, 24). «Καί ἐκπορεύσονται, οἱ τά ἀγαθά ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δέ τά φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως (: καταδίκης)”(Ἰω 5, 29). “Λογίζομαι γάρ ὅτι οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς”(Ρμ 8, 18). “Ἐάν τις ἴδῃ τόν ἀδελφόν αὐτοῦ ἁμαρτάνοντα ἁμαρτίαν μή πρός θάνατον, αἰτήσει, καί δώσει αὐτῷ ζωήν, τοῖς ἁμαρτάνουσι μή πρός θάνατον”(Α´ Ἰω 5, 16)».

Ὁ ὅσ. Βαρσανούφιος ἐπισημαίνει: «Ἐκεῖνο τό ὁποῖο λέει ὅτι “δέν θά μπορέσης νά βγῆς ἀπό ἐκεῖ μέχρι νά ξεπληρώσης καί τό τελευταῖο δίλεπτο”(Μθ 5, 26), τό εἶπε ὁ Κύριος γιά νά ὑποσημάνη τήν αἰώνια κόλασι ὅσων θά κολαστοῦν. Διότι ἀπό ποῦ θά ξεπληρώσουν ἐκεῖ καί τό τελευταῖο δίλεπτο; Ἄν ριχθῆ στή φυλακή ἕνας φτωχός χρεώστης καί δώση ἐντολή ὁ ἄρχοντας νά βγῆ ἀπό τή φυλακή ὅταν θά ξεπληρώση τό ὀφειλόμενο χρέος, μπορεῖς νά πῆς ὅτι θά βγῆ; Ποτέ δέν μπορεῖ λοιπόν νά βγῆ. Μήν πλανᾶσαι σάν νά εἶσαι ἀνόητος. Κανένας δέν μπορεῖ νά βελτιώση τή θέσι του μετά θάνατο. Ἀλλά ἄν ἔχη κάτι κάποιος ἀπό ἐδῶ τό ἔχει, εἴτε εἶναι καλό, εἴτε κακό, εἴτε εὐχάριστο».

 

ΠΕΡΙ ΤΟΥ FILIOQUE

Ἡ ἐκπόρευσι τοῦ Ἁγ. Πνεύματος εἶναι ἕνα θέμα ἀγκάθι στή σχέσι τῆς Ἐκκλησίας μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς. Αὐτοί διαστρεβλώνουν τή Γραφή καί στήν περίπτωσι αὐτή. Τό γεγονός αὐτό θά δειχθῆ μέ τίς παρακάτω ἀπόψεις Ἁγίων καί εὐλαβῶν θεολόγων.

Ἐπισημαίνει ὁ Ἅγ. Μᾶρκος Ἐφέσου: «Ἄς δοῦμε τή σοφή τους λογική· “Οὐδέποτε”, ἰσχυρίζονται, “ἡ Ἐκκλησία τῶν Γραικῶν ἔλεγε ὅτι μόνο ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, ἀλλά ἁπλῶς ὅτι ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται. Αὐτό, ὅμως, δέν ἀποκλείει ἀπ’ τόν Υἱό τό ἰδίωμα τῆς ἐκπορεύσεως· ὥστε ὅσον ἀφορᾶ στό σημεῖο αὐτό καί στό παρελθόν καί τώρα εἴμαστε ἑνωμένοι”. Ὤ τῆς ἀνοησίας! Ὤ τῆς τυφλώσεως! Ἄν ἀνέκαθεν ἡ Ἐκκλησία τῶν Γραικῶν ἔλεγε τό “ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον”, ἐφόσον τό εἶχε παραλάβει ἀπ’ τόν ἴδιο τό Χριστό καί τούς ἱερούς ἀποστόλους καί τίς συνόδους τῶν Πατέρων, τό δέ “ἐκ τοῦ Υἱοῦ” οὐδέποτε ἔλεγε, ἀφοῦ δέν τό παρέλαβε ἀπό κανένα, τότε τί χρειαζόταν ἡ λέξι “μόνο” γιά νά ἐννοηθῆ ὅτι ἡ ἐκπόρευσι ἀνήκει ἀποκλειστικά στόν Πατέρα; Εἶναι ὁλοφάνερο: ἄν ὄχι ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τότε μόνο ἐκ τοῦ Πατρός. Βλέπε καί τό σημεῖο πού ἀναφέρεται στή γέννησι· “τόν ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθέντα πρό πάντων τῶν αἰώνων”. Μήπως προσθέτει κανείς ἐδῶ τό ἐκ “μόνου”; Καί, ὅμως, τό κατανοοῦμε καλῶς καί τό ἀπαγγέλλουμε στίς ἀκολουθίες μας· διότι ἔχουμε μάθει πώς ὁ Χριστός δέν γεννᾶται ἀπό κανένα ἄλλον».

  • Ὁ Ἅγ. Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ διαπιστώνει: «“Τῷ Λόγῳ τοῦ Κυρίου οἱ οὐρανοί ἐστερεώθησαν καί τῷ Πνεύματι τοῦ στόματος Αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν”(Ψ 32, 6)… Καλεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα, Πνεῦμα τῶν χειλέωνΤου(κι ὄχι “τους”), ὡς ἐκπορευόμενο μόνο ἀπ᾽ τόν Πατέρα».
  • Ἰδού καί ἕνας διάλογος: «Παπικός: Ὁ Χριστός λέει· “Πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ Ἐμά ἐστι”(Ἰω 16, 15). Ἄρα καί ἡ ἐκπόρευσι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι καί τοῦ Υἱοῦ ἤ ἐξαρτᾶται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Ὁ Παῦλος λέει· “Ὅτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ εἰς τάς καρδίας ὑμῶν”(Γαλ 4, 6), “Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν Αὐτοῦ”(Ρμ 8, 9).

Ὀρθόδοξος: Καί ὁ Χριστός ἀλλοῦ λέει· “Καί τά Ἐμά πάντα Σά ἐστι”(Ἰω 17, 10). Μπορεῖς, λοιπόν, ἀπ᾽ αὐτά νά συμπεράνης ὅτι καί τό γεννητό καί ἡ ἐνσάρκωσι καί τό πάθος καί ὅσα τέτοια εἶναι τοῦ Υἱοῦ ὅτι αὐτά εἶναι καί τοῦ Πατρός; Ὁ Χριστός ἔδινε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἀποστόλους (Ἰω 20, 22). Καί οἱ Ἀπόστολοι τό μετέδιδαν διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν (Πρξ 19, 6), χωρίς νά πῆ κάποιος ἀνόητα ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἀπό τούς Ἀποστόλους. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα καί πέμπεται διά τοῦ Υἱοῦ. Τό λέει καθαρά ὁ ἴδιος ὁ Χριστός· “Ὅταν δέ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὅν Ἐγώ πέμψω ὑμῖν παρά τοῦ Πατρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται…”(Ἰω 15, 26). Ὅπως δέ ὁ Υἱός γεννᾶται μόνο ἀπό τόν Πατέρα, ἔτσι καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται μόνο ἀπό τόν Πατέρα. “Καί Ἐγώ ἐρωτήσω τόν Πατέρα, καί ἄλλον Παράκλητον δώσει ὑμῖν”(Ἰω 14, 16), “Ἐάν γάρ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς· ἐάν δέ πορευθῶ, πέμψω Αὐτόν πρός ὑμᾶς”(Ἰω 16, 7)».

Ὁ Γεννάδιος Σχολάριος (ΡG 160, 694, 679) σημειώνει: «Ὁ ἱερός Αὐγουστίνος δίδαξε τήν ἐκπόρευσι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, παρερμηνεύοντας, ὅπως θά δοῦμε, τήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά δέν ἀνεκήρυξε δόγμα τήν διδασκαλία του, πολύ περισσότερο δέν προσέθεσε τό Filioque στό ἱερό Σύμβολο τῆς πίστεως, δέν φιλονείκησε πρός τήν Ἐκκλησία, γιά νά ἐπιβάλη τήν γνώμη του, δέν ἔγινε αἴτιος σχίσματος μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅπως ὁ παπισμός, αὐτός πού ἀνακήρυξε δόγμα τό Filioque καί τό πρόσθεσε στό Σύμβολο. Ὁ Αὐγουστίνος τιμᾶται ὡς Ἅγιος, διότι δέν φιλονείκησε πρός τήν Ἐκκλησία. Ἐάν φιλονεικοῦσε, γιά νά προσθέση τό Filioque στό Σύμβολο ὡς δόγμα, ἀσφαλῶς θά τόν κατέκριναν ὡς αἱρετικό».

Ὁ Πατήρ δύο φορές εἶπε γιά τό Χριστό: «Αὐτοῦ ἀκούετε»(Μθ 17, 5· Μρ 9, 7). Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ὑπακοῦμε σ᾽ αὐτό· πιστεύουμε στή διδαχή Του: «Ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται»(Ἰω 15, 26).

  • Μᾶς θυμίζει ὁ μεταστραφείς στήν Ὀρθοδοξία π.Πλακίδας Deseille: «“Γιά τήν ἀγάπη καί τήν προάσπισι τῆς ὀρθόδοξης πίστεως”, ὅπως ἐκφράζεται τό Liber Pontificalis, τοποθέτησε δεξιά καί ἀριστερά τῆς εἰσόδου τῆς ὁμολογίας τοῦ Ἁγίου Πέτρου [ὁ Λέων Γ´] δύο ἀργυρές πλάκες, ὅπου ἦταν χαραγμένο τό κείμενο τοῦ συμβόλου στά ἑλληνικά καί στά λατινικά, χωρίς τό Filioque [Πρβλ. Ἀναστασίου Βιβλιοθηκαρίου, Βίοι Ρωμαίων Ποντιφηκῶν, ΡL 128, 1238, καί Liber Pontificalis, ἐκδ. Duchesne, τόμ. 2ος, σ. 26. Πρβλ. σ. 46. σημ. 110]».

 

PAUL FRBALLESTER CONVALIER

Ὁ Ἰησουΐτης αὐτός κατόπιν ἐνδελεχοῦς μελέτης τῶν Πηγῶν ἀπέπτυσε τήν Παπική πλάνη, προσῆλθε στήν Ὀρθοδοξία, καί ἔγινε, μάλιστα, καί Ἐπίσκοπος. Ἄς παρακολουθήσουμε τήν πορεία τῶν μελετῶν του.

Γράφει: «Ὁ Πάπας, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι Ἀντιπρόσωπος καί πληρεξούσιος ἐπί τῆς γῆς Ἐκείνου, “οὗ ἡ βασιλεία οὐκ ἔστι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου”(Ἰω 18, 36), Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος ἀπαγόρευσε στούς Ἀποστόλους νά ἀσκήσουν τήν παραμικρότερη κυριαρχία ἤ ἡγεμονία πάνω στούς πιστούς (Λκ 22, 25-26), εἶναι παρόλα αὐτά καί κοσμικός βασιλιάς».

Σημειώνει, ὁ π. PaulΒallester: «Ὁ ἴδιος Καρδινάλιος Bellarmino, ὁ ὁποῖος ἀνακηρύχθηκε “ἅγιος” ἀπό τή Ρωμαϊκή Ἐκκλησία, στήν περίφημη Τheologia του, ἐκθέτει αὐτήν τήν ὑπόθεσι μέ τήν μεγαλύτερη φυσικότητα:

“Ἄν κάποια μέρα ὁ Πάπας ἀπατᾶτο, συνιστώντας ἁμαρτίες καί ἀπαγορεύοντας ἀρετές, ἡ Ἐκκλησία, (ἐπί ποινῇ ἁμαρτήματος κατά τῆς συνειδήσεως), θά ἦταν ὑποχρεωμένη νά πιστεύση ὅτι, ὄντως, οἱ ἁμαρτίες εἶναι καλές καί οἱ ἀρετές κακές”(Τheologia, Βellarmino, “De Romano Ρontifice”, βιβλ. 4, κεφ. 23).

Ὁ Καρδινάλιος Zabarella προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο καί διαβεβαιώνει ὅτι:

“Ἄν ὁ Θεός καί ὁ Πάπας συνέρχωνται σέ μία Σύνοδο… ὁ Πάπας μπορεῖ νά πράξη [ἐκεῖ] περίπου ὁτιδήποτε καί ὁ Θεός πράττει… καί ὁ Πάπας πράττει ὁτιδήποτε ἐπιθυμεῖ, ἔστω καί παρανομίες, καί κατά τοῦτο εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό Θεός”(Cardinalius Ζabarella, De Schism, Ιnnocent. VΙΙ)».

° Ἐπίσης: «Ὁ Πάπας Σίξτος ὁ 5ος ἐξέδωσε γύρω στό 1590 ἕνα κείμενο τῆς Vulgata, καί διεκήρυξε ἐπίσημα ἀπό τό Perpetuum Decretum ὅτι αὐτό θά ἦταν ἔκτοτε τό μοναδικό αὐθεντικό κείμενο… τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ἐφόσον ὁ ἴδιος τό εἶχε διορθώσει μέ τό ἴδιο του τό χέρι, “στηριζόμενος στήν ἐξουσία τῆς ἀφθονίας τῆς ἀποστολικῆς δυνάμεως”. Τό Decretum ἔκανε γνωστό ἐπίσημα στούς πιστούς ὅτι ὅλες οἱ ἄλλες ἐκδόσεις τῆς Βίβλου ἔμεναν αὐτόματα δίχως ἀξία καί ὅτι, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά τολμοῦσε νά μετατρέψη τό ἐλάχιστο τοῦ νέου κειμένου, ἤ καί σέ διδασκαλίες καί ἄλλες δημόσιες ἑρμηνεῖες ὅπως καί σέ ἰδιωτικές συζητήσεις, θά ἔμενε “ipso facto” ἀφορισμένος. Ἀλλά αὐτή ἡ ἔκδοσι τοῦ Σίξτου τοῦ 5ου παρουσιάστηκε τόσο γεμάτη ἀπό πλάνες μεταφράσεως, ἐκφράσεως καί διδασκαλίας, ὅσες οὔτε ἕνας μαθητής δέν θά παρουσίαζε. Αὐτό ἀνάγκασε νά ἀποτραβηχτῆ ἀμέσως ἡ ἔκδοσι, μέ τό μεγαλύτερο σκάνδαλο. Ὁ διάδοχος τοῦ Σίξτου στήν παποσύνη, ὁ Κλήμης ὁ 8ος, γιά νά κάνη νά ξεχαστῆ… τό ζήτημα, ἐξέδωσε ἕνα νέο κείμενο τῆς Vulgata τό 1592, διαφορετικό ἀπό τό προηγούμενο σέ ἀδιήγητα μέρη ἄν καί ἐπίσης πολύ ἐλαττωματικά. Ἀλλά ὁ γενικός χλευασμός ὑποκινούμενος ἀπό τή δυστυχῆ Vulgata τοῦ Σίξτου τοῦ 5ου ὑπῆρξε τέτοιος, ὥστε γιά αἰῶνες ἡ μνήμη αὐτοῦ τοῦ Πάπα ἦταν παντοῦ αἰτία εἰρωνικῶν ἀστειοτήτων, μέχρι τοῦ σημείου πού ὁ καρδινάλιος Βellarminus κατάλαβε ὅτι αὐτό ἀποτελοῦσε ἕνα σοβαρό ἐμπόδιο γιά τή διάδοσι τῶν διδασκαλιῶν του ὡς πρός τήν παπική ἐξουσία. Τότε ὁ Βellarminus ζήτησε ἀπό τόν Πάπα Γρηγόριο 14ο νά προστατεύση τή φήμη τοῦ Σίξτου 5ου, ἐκδίδοντας ἐκ νέου τό κείμενο, διορθωμένο τώρα (βλέπε Καρδ. Βellarminus, Αὐτοβιογραφία, ἐκδ. 1591, σελ. 211). Ὁ Βellarminus σκεπτόταν ἐπίσης νά προσθέση ἕνα πρόλογο σ᾽ αὐτή τή νέα ἔκδοσι, στόν ὁποῖο θά ἐξηγοῦσε στούς πιστούς, ὅτι στή δυστυχῆ πρώτη ἔκδοσι τοῦ 1590 εἶχαν γραφῆ “μερικές πλάνες” τῶν ὁποίων ἔνοχοι ἦσαν …“οἱ τυπογράφοι καί ἄλλα πρόσωπα”! Ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Βellarminus ἐξομολογεῖται στήν Αὐτοβιογραφία του ὅτι δέν ἦταν παρά ἕνα ψέμα εὐσεβές, διότι κανείς δέν ἀγνοοῦσε ὅτι ὁ Σίξτος ἦταν συγγραφέας αὐτοῦ τοῦ “λαβύρινθου τῶν πλανῶν κάθε εἴδους” καί ὅτι κάθε παράγραφος τήν ὁποία ὁ Πάπας αὐτός εἶχε ἐγγίσει, εἶχε μεταβληθῆ μέ τό χειρότερο τρόπο “Ρermulta perperam mutata”(Βellarm., Αut., ibid, 291)».

° Φρίττει κανείς διαβάζοντας τά παρακάτω: «Ἡ Ὁσιότητά σας δέν ἄκουσε τίς συμβουλές καί τούς προσανατολισμούς τά ὁποῖα σᾶς ἔδωσα —παραπονεῖτο ὁ Πνευματικός μου— καί ἀφήσατε τή Βίβλο νά συνεχίση τήν ἐπικίνδυνη ἐπίδρασί της πάνω στήν ψυχή σας. Τά Ἱερά Βιβλία εἶναι σάν τή φωτιά, ἡ ὁποία ὅταν δέν φωτίζη, καίει καί μαυρίζει… καί γιά τό λόγο αὐτό οἱ Πάπες σοφά θέσπισαν, ὅτι “πρόκειται γιά μία σκανδαλώδη πλάνη νά πιστεύουμε ὅτι ὅλοι μποροῦν νά διαβάζουν τίς Ἅγιες Γραφές”(Clementii ΧΙ Βulla “Unigenitus”), καί οἱ Θεολόγοι μας ἐπιβεβαιώνουν ὅτι αὐτές “ἀποτελοῦν ἕνα ζοφερό νέφος, ἕνα προκάλυμμα ὅπου καί αὐτοί οἱ ἄθεοι ἀκόμη μποροῦν νά ταμπουρωθοῦν”(Καρδινάλιος Βellarminus, De Verbo Dei…, Liber ΙV, 4). “Ἡ πίστι στή σαφήνεια τῶν Γραφῶν ἀποτελεῖ ἕνα ἑτερόδοξο δόγμα”(Γρηγόριος 16ος (Μauro Cappellari), Εl Τriunfo de la Santa Sede. Μadrid, 1834, Ιndex, κεφ. 8, 2), λένε οἱ ἀλάνθαστοι Ἀρχηγοί μας. Ὅσο γιά τήν Παράδοσι, δέν θεωρῶ ἀναγκαῖο νά ὑπενθυμίσω στήν Ὁσιότητά σας, ὅτι ὀφείλουμε “νά ἀκολουθοῦμε πρό πάντων καί κατά πρῶτο λόγο τόν Πάπα, ὅταν πρόκηται γιά ζητήματα πίστεως, παρά χιλιάδες Ἁγίους Αὐγουστίνους, Ἱερωνύμους, Γρηγορίους, Χρυσοστόμους κλπ…”(Cornelius Μussus, Ιn Εpist. ad Roman., Ι, cap. VΙV(sic)).

“Καί ὅτι ὅταν κατέχουμε τήν ἑρμηνεία πού δόθηκε ἀπό τή Ρώμη ὡς πρός ὁποιοδήποτε κείμενο τῆς Βίβλου, ἄν καί αὐτή ἡ ἑρμηνεία μπορεῖ νά μᾶς φανῆ παράλογη καί ἀντίθετη σέ αὐτή τήν ἴδια τήν ἔννοια τοῦ κειμένου, πρέπει νά πιστεύουμε ὅτι κατέχουμε τήν ἀλήθεια τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ”(Cardinalii Hosii, De Expresso Verbo Dei, σελ. 623, Εdit. 1584)».

Ἰδού καί ἄλλες ἀνοησίες: «“Τό κύρος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐθεντικό καί ἀποτελεσματικό μόνο ὅταν ἐναρμονίζεται μέ τή θέλησι τοῦ Πάπα. Στήν ἀντίθετη περίπτωσι δέν ἔχει καμμία ἀπολύτως ἀξία”(Devoti, Ιnstitutiones Canonicae, Ρroleg., κεφ. 2· et Τ.Ν. v. sect. Ι, 5)».

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

° Δίδασκε ὁ Ἅγ. Παΐσιος: «Ἡ λογική κάνει πολύ κακό, ὅταν πάη κανείς νά ἐξετάση μέ αὐτή τά θεῖα, τά μυστήρια, τά θαύματα. Οἱ καθολικοί μέ τή λογική τους ἔφθασαν νά ἐξετάσουν τή Θεία Κοινωνία στό Χημεῖο, γιά νά δοῦν ἄν πράγματι εἶναι Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Οἱ Ἅγιοι ὅμως μέ τήν πίστι τους, ἔβλεπαν Σάρκα καί Αἷμα στήν Ἁγία Λαβίδα. Σέ λίγο θά φθάσουν νά περνοῦν τούς Ἁγίους ἀπ᾽ τίς ἀκτίνες, γιά νά διαπιστώσουν τήν ἁγιότητά τους».

° Διαβάζουμε: «Ὁ πατήρ Πλακίδας ἔκανε μία δεύτερη ἐρώτησι γιά δογματικά θέματα:

—Ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων καί τῶν ρωμαιοκαθολικῶν;

Ὅπως καθόμασταν ἔξω ἀπ᾽ τό πέτρινο κελλί του, τοῦ λέει ὁ Γέροντας Παΐσιος:

—Τό βλέπεις αὐτό τό κτίριο;

—Τό βλέπω.

—Ἄν βγάλουμε τή λάσπη πού ὑπάρχει, δέν θά στηρίζωνται οἱ πέτρες μεταξύ τους. Αὐτό κάνουν οἱ καθολικοί. Ἔβγαλαν τό στήριγμα καί ἀποσταθεροποίησαν τό οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας.

Συνεχίζει ὁ πατήρ Πλακίδας:

—Τί γίνεται, Γέροντα, μέ τούς προτεστάντες;

Κι ὁ Γέροντας ἀπαντᾶ:

—Ἄ, αὐτοί ἦταν πιό ἔξυπνοι. Ἔβγαλαν καί τά πετραδάκια πού ὑπάρχουν καί προσπαθοῦν νά σταθεροποιήσουν τίς μεγάλες πέτρες μεταξύ τους. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει κανένα οἰκοδόμημα.

Ἔτσι, μέ λίγα καί ἁπλᾶ λόγια, ὁ Γέροντας μίλησε γιά μεγάλα δογματικά θέματα καί διαφορές».

° Διδάσκει ὁ Ἅγ. Παΐσιος: «Ἡ ἕνωσι τῶν Ἐκκλησιῶν μόνο μέ ἕνα τρόπο θά ἐπιτευχθῆ, ἄν γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ἄν ἀποκτήσουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τότε θά γίνουμε ἕνα. Ἡ ἕνωσι μπορεῖ νά ἐπιτευχθῆ μονάχα μέσῳ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ, ὄχι μέσῳ ἄλλων δρόμων πού τελικά εἶναι μιά κοροϊδία καί μιά φάρσα. Ὅπως ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας πού κορόιδεψε τόν Παῦλο ΣΤ´ καί ὁ Παῦλος ΣΤ´ πού κορόιδεψε τόν Ἀθηναγόρα».

° Ἀκόμα: «Κοίτα, μοῦ ἀποκρίθηκε [ὁ ἅγ. Παΐσιος], αὐτή ἡ αὐστηρή συμπεριφορά πρός τούς ρωμαιοκαθολικούς ἐδῶ στό Ἅγιο Ὀρος δέν ὀφείλεται σέ ἔλλειψι ἀγάπης. Εἶναι σάν νά περίμενε κάποιος ἀπό ἕνα γιατρό νά τοῦ δώση γλυκά γιά νά τόν θεραπεύση. Ὄχι. Πρέπει νά τοῦ δώση πικρά βότανα. Ἔτσι, δέν πρέπει νά ἐξαπατοῦμε τόν κόσμο μέ ἕνα πλαστό οἰκουμενισμό, ἀλλά νά τοῦ λέμε τήν ἀλήθεια».

Διαβάζουμε: «Οἱ ῞Ελληνες ξεκίνησαν ἀπό τή φιλοσοφία καί στάθμευσαν στή θεολογία, ἐνῶ οἱ Λατίνοι ἄρχισαν ἀπό τή θεολογία καί φιλοσοφοῦν».

  • Γράφει καί ὁ Βολταῖρος: «Θεότιμος πρός Ἀρίστωνα: —Ἡ ἑλληνική Ἐκκλησία φροντίζει ἐπιμελῶς νά ἐνθαρρύνη τό γάμο τῶν ἱερέων· ἡ ἀγγλικανική Ἐκκλησία καί οἱ διαμαρτυρόμενοι ἐπιδεικνύουν τήν αὐτή σύνεσι· ἐνῶ ἡ λατινική Ἐκκλησία ἐπιδεικνύει ἀντίθετη σοφία: πρέπει νά ὑποταχθῶ».
  • Ὁ Γεώργιος Πάπ ἀναφέρει «τό Ρῶσο θεολόγο Χομιακώφ πού πίστευε πώς “ὁ πρῶτος προτεστάντης ὑπῆρξε ὁ Πάπας, γιατί πρῶτος αὐτός ἄρχισε νά ἑρμηνεύη τή Γραφή χωρίς νά συμβουλεύεται τή παράδοσι (“μόνο Γραφή”)».
  • Ὁπ. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος σημειώνει, εὔστοχα: «Ὁ κ. Ἀ. συμπεραίνει ὅτι, ἀφοῦ γιά τόν Παπισμό —ὁ ὁποῖος παρουσιάσθηκε μετά τόν 9ο αἰ. μ.Χ.— δέν ἔχει ἀποφανθῆ κάποια Οἰκουμενική Σύνοδος, κανένας Ὀρθόδοξος, καί μάλιστα κληρικός, δέν ἔχει τό δικαίωμα νά τόν χαρακτηρίζη ὡς αἵρεσι! Διερωτῶμαι, ὅμως, γιά τούς Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβά, τούς Μορμόνους, τούς Πεντηκοστιανούς, τούς Προτεστάντες τηλεευαγγελιστές κ.ο.κ., ποιά Οἰκουμενική Σύνοδος ἔχει ἀποφανθῆ; Ἤ μήπως καί αὐτοί δέν εἶναι αἱρετικοί;

Ἀσφαλῶς καί εἶναι αἱρετικοί, δηλ. ἐκτός τῆς “Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας”, διότι α) αὐτοπροσδιορίζονται ὡς μή Ὀρθόδοξοι καί β) ἀρνοῦνται τήν ἐμπειρία καί παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας μας, δηλ. τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία, ὅπως αὐτή ἔχει καταγραφῆ στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, στά κείμενα τῶν Πατέρων (Consensus Patrum) καί στή λειτουργική της ζωή.

Ἀλλά αὐτό ἀκριβῶς δέν κάνουν καί οἱ Παπικοί; Δέν πιστεύουν ἀντίθετα σέ ὅσα ἔχουν ἀποφανθῆ οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι (κυρίως ἡ Β´, ἀλλά καί οἱ Γ´, Δ´, ΣΤ´, καί Ζ´); Δέν πιστεύουν ἀντίθετα σέ ὅσα διδάσκει καί ζῆ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας; Δέν αὐτοπροσδιορίζονται ὡς μή Ὀρθόδοξοι, μή ἀποδεχόμενοι τήν πίστι μας;».

Τόνιζε ὁ π. Ἐπιφάνιος: «Ὁ Κύριος ἔχει σῶμα τήν ᾽Εκκλησία καί δέν μπορεῖ νά ἔχη δύο σώματα. Καί κάτι ἄλλο, τό ὁποῖο λέει ὁ Κύριος· ὅτι ὅταν ἔλθη ὁ Παράκλητος “ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”(᾽Ιω 16, 13). Καί βέβαια δέν μπορεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νά ὁδηγῆ σέ δύο καταστάσεις, τή μιά ἀπό ᾽δῶ τήν ἄλλη ἀπό ᾽κεῖ. Ἄλλα νά λέη στή μία, ἄλλα νά λέη στήν ἄλλη. Μία ἀπό τίς δύο πρέπει νά ἔχη τήν ἀλήθεια».