Η Μητέρα μας η Εκκλησία

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἔχει ὁρισμένα γνωρίσματα. Ἄς δοῦμε μερικά:

Ὁ Ἅγ. Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων γράφει: «Ἐποίησε σελήνην εἰς καιρούς, ὁ ἥλιος ἔγνω τήν δύσιν αὐτοῦ»(Ψ 103, 19). «Πολλοί φαίνεται ὅτι ἐκλαμβάνουν αὐτό τό χωρίο ὅτι λέγεται μυστικῶς περί τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας· ὅτι ἀναγνώρισε τό πάθος τοῦ ἰδίου Του σώματος ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος λέει: “Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τόν υἱόν”(Ἰω 17, 1), ὥστε μέ ἐκείνη τή δύσι Του νά δωρήση σέ ὅλους ζωή αἰώνιο, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦντο μέ τή δύσι τοῦ αἰωνίου θανάτου· καί ἡ Ἐκκλησία νά ἔχη τούς καιρούς της, δηλ. τοῦ διωγμοῦ καί τῆς εἰρήνης.

Διότι φαίνεται νά ἐκλείπη, ὅπως ἡ σελήνη, ἀλλά δέν ἐκλείπει. Εἶναι δυνατόν νά ἐπισκιάζεται, ἀλλά δέν εἶναι δυνατόν νά ἐκλείπη· διότι μέ τήν ἀποχώρησι, βεβαίως, κάποιων κατά τούς διωγμούς ἐλαττώνεται, γιά νά συμπληρώνεται μέ τίς ὁμολογίες τῶν μαρτύρων, καί, δοξασμένη ἀπό τίς νίκες τοῦ ἐκχυθέντος αἵματος ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ, νά ἐκχύνη μεγαλύτερο φῶς σέ ὅλη τήν οἰκουμένη, τῆς ἀφοσιώσεώς της καί τῆς πίστεως».

«“Ἐπήρθη ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη ἔστη ἐν τῇ τάξει αὐτῆς”(Ἀββ 3, 11). Ἥλιος εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, σύμφωνα μέ τό γραμμένο στό Μαλαχία· “Ἀνατελεῖ ὑμῖν τοῖς φοβουμένοις τό ὄνομά μου ἥλιος δικαιοσύνης”(4, 2). Σελήνη δέ νοεῖται ἡ Ἐκκλησία· διότι ὅπως ἡ σελήνη λαμβάνει τό φῶς ἀπό τόν ἥλιο, ἔτσι κι ἡ Ἐκκλησία λαμβάνει τό φωτισμό ἀπό τό Χριστό. Ὅταν, λοιπόν, ὑψώθηκε ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός, ἐπάνω στόν τίμιο Σταυρό τότε ἡ ἐξ Ἐθνῶν Ἐκκλησία ἔλαμψε, καί στάθηκε στήν τάξι της, δηλαδή στό νά φωτίζη τή γῆ· αὐτό σημαίνει ὅτι τότε ἔγινε πάμφωτη καί ὁλόφωτη, διατηρώντας τήν τάξι τοῦ κύκλου της. Διότι τότε ἀπό τή λογχευθεῖσα πλευρά τοῦ Σωτῆρος δέχθηκε τά μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καί τῆς ἀχράντου Κοινωνίας· τοῦ μέν Βαπτίσματος διά τοῦ ὕδατος πού ἔρρευσε ἀπό ἐκεῖ· τῆς δέ Κοινωνίας διά τοῦ αἵματος πού ἔρρευσε, διά μέσου τῶν ὁποίων ὅλη ἡ Ἐκκλησία ἀναγεννᾶται πνευματικῶς καί ἀνατρέφεται».

«Ἡ Ἐκκλησία τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ Κύριος εἶναι θεία καί ἀνθρώπινη. Εἶναι θεία, διότι ὁ ἱδρυτής της εἶναι Θεός. Εἶναι ἀνθρώπινη, διότι τό ὑλικό της εἶναι ἄνθρωποι. Ὡς θεία ἡ Ἐκκλησία, ἔχει μέσα της κάτι τό ἀμετάβλητο· ὡς ἀνθρώπινη ἔχει κάτι τό μεταβλητό. Ἀμετάβλητο εἶναι ἡ ψυχή της (τά δόγματα καί ἡ ἠθική). Ἰδού ἡ καθαρά παράδοσι. Μεταβλητό εἶναι οἱ ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις λατρείας. Ὅπως, δηλαδή, κάθε ὀργανισμός ἔχει κάτι τό μόνιμο διά τοῦ ὁποίου συνδέεται μέ τό παρελθόν, τήν ἀρχαιότητα, ὥστε δέν ἐξέρχεται ἀπ’ τό εἶδος στό ὁποῖο ἀνήκει, ἔχει καί κάτι τό μεταβλητό, διότι ἐξελίσσεται, λαμβάνει νέες μορφές ἐξωτερικές καί ἔτσι συνδέεται μέ τό ἑκάστοτε παρόν, τό μέλλον, ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία ὡς ζωντανός ὀργανισμός ἔχει ἀρχαιότητα, παρελθόν, ἀλλά καί ἐξέλιξι, μέλλον. Τό πρῶτο, ὄντας ἐσωτερικό, εἶναι ἀμετάβλητο —δόγματα καί ἠθική—, τό ἄλλο ἐξωτερικά μεταβλητό, ἡ ἐξωτερική λατρεία. Ἡ διπλή σύστασι ἀπό παρελθόν καί μέλλον, δηλαδή ἀρχαιότητα καί ἐξέλιξι, ἀμετάβλητο καί μεταβλητό, εἶναι χαρακτηριστικό κάθε ὀργανισμοῦ. Μόνο τά νεκρά σώματα οἱ μούμιες ἔχουν παρελθόν μόνο, δηλαδή μόνο ἀρχαιότητα καί καθόλου ἐξέλιξι»

«Ὁ ἀπόστολος καί ἀδελφόθεος Ἰούδας ζῶντας τόν τελευταῖο χρόνο τῆς ἀποστολικῆς γενεᾶς καί ἀντιμετωπίζοντας τή διαστροφή τῆς πίστεως πού ἐμφανίσθηκε ἀπό τούς αἱρετικούς, χαρακτηρίζει τήν πίστι ὄχι ἁπλῶς “παραδοθεῖσαν”, ἀλλά ὡς “ἅπαξ παραδοθεῖσαν”. Αὐτό τό “ἅπαξ”, χρησιμοποιούμενο στή Γραφή στά ἄκρως ἀποφασιστικά κάι ἀμετάκλητα γεγονότα, σημαίνει στόν Ἰούδα, ὅτι ἡ πίστι παραδόθηκε ἀπό τούς ἀποστόλους πλήρης καί ἀκέραιη μιά γιά πάντα καί δέν ἀπόκειται σ᾽ αὐτήν ἐξέλιξι, μεταβολή, συμπλήρωσι».

«Ὁ ναός δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία, εἶναι οἶκος προσευχῆς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ οὐσία τῆς πίστεώς μας. Γιά νά μιλήσω μεταφορικά, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὅ,τι ὑψηλότερο κατακτᾶ κανείς μέσα στό ναό. Γι᾽ αὐτό μέσα στό ναό μπορεῖ, στή χειρότερη περίπτωσι, νά συμβοῦν φοβερές ἀδικίες, στήν Ἐκκλησία αὐτό εἶναι ἀδύνατο. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία.

Τό ναό μποροῦμε νά τόν δοῦμε, νά τόν ψηλαφίσουμε, ἐνῶ γιά τήν Ἐκκλησία λέμε: “Πιστεύω εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν”. Ἡ Ἐκκλησία δημιουργήθηκε ἀπό τόν Ἴδιο τό Χριστό, οἰκοδομήθηκε ἀπό τούς ἀποστόλους καί τούς ἁγίους, ἀπό τό πνεῦμα τῆς πίστεώς τους. Γι᾽ αὐτό πιστεύουμε στήν Ἐκκλησία, ἐνῶ ἐπισκεπτόμασθε τό ναό. Μερικές φορές βλέπουμε ἐκεῖ ἄσχημα πράγματα. Ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα παίρνει ὅ,τι καλύτερο ἔχει ὁ κάθε ἄνθρωπος καί τό ἐντάσσει στό θησαυρό τῆς Ἐκκλησίας. Καί αὐτό τό καλύτερο δέν εἶναι τά ὑλικά ἀγαθά, ἀλλά τά πνευματικά· ἡ ἀγάπη, ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ἁγνότητα. Αὐτές εἶναι οἱ ἰδιότητες τῆς Ἐκκλησίας».

«Ἡ Ἐκκλησία, οὖσα (: ὄντας) Σῶμα Χριστοῦ, γίνεται διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας Σῶμα Χριστοῦ, προσλαμβάνουσα τούς Ἀνθρώπους μέσα της. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι τό στατικό καί ἀκίνητο Ἐόν τοῦ Παρμενίδου καί τοῦ Πλατωνισμοῦ οὔτε, ὅμως, καί τό ρευστόν καί σχετικό τοῦ Ἡράκλειτου καί τοῦ Ηistorismus τῶν Νέων χρόνων, ἀλλ᾽ “οὖσα” (ἀλήθεια) “γίνεται” (ἱστορικότης), ὅπως καί ὁ Χριστός, ὁ “Ὤν”, ὁ Ὁποῖος “ἐγένετο”(Ἀπκ 1· Ἰω 1 κ.ἀ.)».

«Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐγγυημένη ἀπό τόν Ὕψιστο, καί ἑπομένως δέν χρειάζεται νά ἀνησυχοῦμε γιατί μᾶς καλύπτει αὐτή ἡ ἐγγύησι».

Ὁ J. N. D. Anderson παρατηρεῖ ὅτι «ἡ πλειοψηφία τῶν πρώτων Χριστιανῶν εἶχαν Ἰουδαϊκή προέλευσι καί ἦταν πολύ ἀφοσιωμένοι στό Σάββατο. Ἔτσι, χρειάσθηκε κάτι ἐξαιρετικά σημαντικό γιά ν’ ἀλλάξουν τή συνήθειά τους. Χρειάσθηκε ἡ ἀνάστασι!».

«Κάποτε μᾶς ἔλεγε [ὁ Ἐδέσσης Καλλίνικος], θέλοντας νά μᾶς μιλήση γιά ποικίλα χαρίσματα πού ὑπάρχουν μέσα στήν Ἐκκλησία: “τό ἴδιο κουστούμι δέν κάνει γιά ὄλους. Σέ ἄλλους θά εἶναι κανονικό, σέ ἄλλους κοντό καί σέ ἄλλους μακρύ. Κάποιος ἔχει τό χάρισμα τῆς συγγραφῆς καί συγγράφει· τοῦ πάει αὐτό τό ῾κουστούμι᾽”».

Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ: «Αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας· ὅς ἐστιν ἀρχή, πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν (: πρωτοαναστημένος ἀπό τούς νεκρούς), ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτός πρωτεύων… ὑπέρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία»(Κολ 1, 18, 24).

° «Καί οὐ κρατῶν (: [ὁ πλάνος] δέν κρατᾶ) τήν κεφαλήν [τό Χριστό], ἐξ οὗ πᾶν τό σῶμα (: ἀπ᾽ ὅπου ὅλο τό σῶμα [ἡ Ἐκκλησία])…»(Κολ 2, 19).

° «Οὐχ ὑπέρ τοῦ ἔθνους μόνον, ἀλλ᾽ ἵνα καί τά τέκνα τοῦ Θεοῦ τά διεσκορπισμένα συναγάγῃ (: νά συνενώση) εἰς ἕν»(Ἰω 11, 52).

° «Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς (: μᾶς κρατᾶ ἑνωμένους [σ᾽ ἕνα σῶμα])»(Β´ Κορ 5, 14).

• Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι κατά τή μεταστροφή τοῦ Παύλου ὁ Χριστός λέει σ᾽ αὐτόν: «Τί Με διώκεις;»(Πρξ 22, 7), ἐνῶ ἐδίωκε τούς Χριστιανούς· ἄρα ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

«—Μπαίνοντας στήν Ἐκκλησία νά σκέπτεσαι πώς μπῆκες μέσα στό καράβι, καί ἄφησε τόν ἑαυτό σου στά χέρια τοῦ Θεοῦ νά σέ πάη ὅπου θέλει.

—Ὁ ὕπνος, Γέροντα, μέ κλέβει στίς Ἀκολουθίες καί μερικές φορές δέν μπορῶ νά παρακολουθήσω καθόλου. Ὕστερα μοῦ λέει ὁ λογισμός: “Τί ἔγινε πού πῆγες στήν Ἀκολουθία, ἀφοῦ δέν προσευχήθηκες;”.

—Καί ὅταν νυστάζης, καί ὅταν σέ κλέβη ὁ ὕπνος, τό καράβι ταξιδεύει. Μέσα στό καράβι, ἄλλος χαζεύει, ἄλλος νυστάζει, ἄλλος κοιμᾶται, ἀλλά τό καράβι προχωράει γιά τόν προορισμό του. Ἐσύ νά προσπαθῆς νά μήν κοιμᾶσαι».

Μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία ἡ ἔχουσα κοινωνία μέ τούς Ἀποστόλους: «Ὅ ἑωράκαμεν καί ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καί ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾽ ἡμῶν· καί ἡ κοινωνία δέ ἡ ἡμετέρα μετά τοῦ Πατρός καί μετά τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ»(Α´ Ἰω 1, 3).

• «Ὅπου γίνεται λόγος γιά Ἐκκλησίες, κατά πληθυντικό, ὅπως π.χ. στό Πρξ 15, 41· Α´ Κορ 11, 16· Ἀπκ 1, 4, 20, πρόκειται γιά τοπικές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες εἶναι μέρη τῆς μιᾶς καί μεγάλης Ἐκκλησίας»(2007, 10). Καθεμία, ὅμως ἀπό αὐτές κατέχει τήν πλήρη ἀλήθεια. Εἶναι ταυτόχρονα καί μέρος καί ὅλο:

° «Διά τοῦτο ἔπεμψα ὑμῖν Τιμόθεον, ὅς ἐστι τέκνον μου ἀγαπητόν καί πιστόν ἐν Κυρίῳ, ὅς ὑμᾶς ἀναμνήσει τάς ὁδούς μου τάς ἐν Χριστῷ. Καθώς πανταχοῦ ἐν πάσῃ ἐκκλησίᾳ διδάσκω»(Α´ Κορ 4, 17).

° «Εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδέ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ»(Α´ Κορ 11, 16).

Θεωρία τῶν κλάδων

Εἶναι ἡ θεωρία κατά τήν ὁποία καμμία Ἐκκλησία δέν κατέχει τήν πλήρη ἀλήθεια, ἀλλά ψήγματά της καί ἡ ὅλη βρίσκεται στό ἄθροισμα καί τήν ἕνωσι τῶν «ἐκκλησιῶν».

Γράφει ὁ ἐκλεκτός θεολόγος Ν. Βασιλειάδης:

«Ἐάν δεχθοῦμε τή θεωρία τῶν κλάδων, τότε πρέπει ν᾽ ἀρνηθοῦμε τό λόγο τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος εἶπε γιά τήν Ἐκκλησία: “Καί πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς”(Μθ 16, 18). Διότι γιά ποιά Ἐκκλησία εἶπε τό λόγο αὐτό ὁ Κύριος; Ἀσφαλῶς γιά τή μία, τήν ἀληθῆ καί γνήσια Ἐκκλησία. Ἄν δεχθοῦμε τή θεωρία τῶν κλάδων, τότε πρέπει νά θεωρήσουμε ὡς ἀπάτη καί ψεῦδος τόν Ἀποστολικό λόγο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι στῦλος καί θεμέλιο στερεό πού ὑποβαστάζει τήν ἀλήθεια (Α´ Τιμ 3, 15)· ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι “σῶμα Χριστοῦ”, κεφαλή της εἶναι ὁ Χριστός, μέλη της δέ ὅλοι ἐμεῖς, οἱ πιστοί. Πῶς εἶναι, λοιπόν, δυνατόν νά κομματιάζεται ὁ Χριστός; (Α´ Κορ 1, 13).

Ἄλλωστε, εὐθύς ἐξαρχῆς ἡ Ἐκκλησία δέν θεώρησε ὡς κλάδους, οἱ ὁποῖοι κατέχουν μέρος τῆς ἀληθείας, τούς αἱρετικούς Μοντανιστές, Μαρκιωνίτες, Γνωστικούς κ.λπ.. Τούς θεώρησε καί τούς ὀνόμασε αἱρετικούς. Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὀνόμασε τόν αἱρετικό Κήρινθο “ἐχθρόν τῆς ἀληθείας”. Ὅταν ὁ αἱρετικός Μαρκίων συνάντησε κάποτε τόν ἅγιο Πολύκαρπο Σμύρνης καί τόν ρώτησε, “Μέ γνωρίζεις;”, ὁ ἅγιος τοῦ ἀπάντησε: “Ἐπιγινώσκω σε (σέ γνωρίζω) τόν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ”! Γενικά δέ “οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ μαθητές αὐτῶν εἶχαν τόσο μεγάλη εὐλάβεια, ὥστε ἀπέφευγαν καί νά συνομιλοῦν ἀκόμη μ᾽ ἐκείνους πού νόθευαν τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως”(Εἰρηναίου, Ἔλεγχος καί Ἀνατροπή τῆς Ψευδωνύμου Γνώσεως, Γ´ 3, 4, ΒΕΠΕΣ 5, 144 (15-22))».

«Χώρισε τά ἄτομα πού ἀπαρτίζουν ἕνα σφυρί καί θά τά δῆς νά πέφτουν ἕνα-ἕνα πάνω στό σανίδι σάν ἁπλές χιονονιφάδες. Ὅμως, ὅλα μαζύ ἑνωμένα καί στό χέρι ἑνός ἐπιδέξιου τεχνίτη, πόσα μποροῦν νά ἐπιτελέσουν!

Χώρισε τά νερά τοῦ ὁρμητικοῦ Νιαγάρα σέ μικρές-μικρές σταγόνες καί δέν θά ’χης παρά μιά συνηθισμένη φθινοπωρινή ψιχάλα. Ὅμως, ὅλες μαζύ ἑνωμένες μποροῦν νά σβύσουν τίς φωτιές τοῦ Βεζούβιου καί νά περισσέψη ἀκόμη γιά τά ἠφαίστεια κι ἄλλων βουνῶν.

Τό ἴδιο ἀληθεύει καί γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὅσο εἶναι ἑνωμένη, ἑνωμένα τά ἄτομα μεταξύ τους καί στό στιβαρό χέρι τοῦ Κυρίου, οἱ οὐρανοί ἀγάλλονται, ἡ γῆ εὐαγγελίζεται, τά καταχθόνια λυσσοῦν. Ὅμως, ἄν τούτη ἡ ἑνότητα σπάση, ἄν τά ἄτομα χωρίσουν, ἄν οἱ σταγόνες ἀποσπασθοῦν, τότε…

Τό σχέδιο τοῦ Διαβόλου εἶναι ἁπλό. Νά κρατᾶ τόν κόσμο μακρυά ἀπ᾽ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν Ἐκκλησία χιλιοκομματιασμένη, κατακερματισμένη, ἀνίσχυρη γιά κάθε τι».

«Ζηλωτής ἐφημέριος ἀνέλαβε νέα ἐνορία. Κάθε Κυριακή, ὅμως, καί ἑορτή, ἡ ἐκκλησία του παρέμενε σχεδόν ἀδειανή. Παρόλες τίς συστάσεις καί παροτρύνσεις στούς ἐνορίτες του, δέν κατόρθωσε νά τούς κάνη νά ἐκκλησιάζωνται.

Λυπημένος ἀπ᾽ αὐτή τήν κατάστασι, μηχανεύθηκε τό ἀκόλουθο τέχνασμα:

Ἀνήγγειλε σ᾽ ὅλη τήν ἐνορία ὅτι τήν ἑπόμενη Κυριακή θά γινόταν ἡ κηδεία τῆς ἐκκλησίας.

Ἡ ἀγγελία δημοσιεύθηκε σέ πολλά μέρη καί κυκλοφόρησε σέ πολλά ἀντίτυπα.

Ἦρθε ἡ Κυριακή. Ὁ ἐφημέριος στόλισε τήν ἐκκλησία καί στή μέση ἔβαλε τό φέρετρο. Ἡ ἐκκλησία γέμισε ἀπό περίεργους. Ὁ ἐφημέριος μίλησε κατάλληλα στούς ἐνορίτες καί στό τέλος προσκάλεσε ὅλους νά περάσουν νά δοῦν τό φέρετρο. Μέσα στό φέρετρο εἶχε βάλει ἕνα καθρέπτη κι ὅποιος πλησίαζε γιά νά δῆ τό νεκρό, ἔβλεπε τόν ἑαυτό του».

«Τό νά στέκεσαι ἔξω ἀπ’ τήν Ἐκκλησία καί νά τελῆς τά μυστήριά της, εἶναι ἀνάλογο μ’ ἕνα νεαρό, ὁ ὁποῖος βρίσκεται σ’ ἕνα λιβάδι παίζοντας baseball καί φαντάζεται τόν ἑαυτό του μέσα στό Yankee Stadium. Μπορεῖ νά ᾽ναι φανατικός φίλος τοῦ ἀθλήματος καί νά ἔχη ὅλα τ’ ἀπαραίτητα γιά νά θεωρῆται παίκτης —τό ρόπαλο, τή μπάλα, τό γάντι, ἀκόμη καί τήν ἀπαιτούμενη δεξιότητα. Μέχρι, ὅμως, νά μπῆ σέ ὁμάδα, παίζει baseball μόνο στή φαντασία του».

Ἡ ἁμαρτωλότητα εἶναι συνήθης κατάστασι στήν ἀνθρωπότητα:

«Ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητος αὐτοῦ»(Γεν 8, 21).

° «Ἁμαρτήσονταί σοι (ὅτι οὐκ ἔσται ἄνθρωπος, ὅς οὐχ ἁμαρτήσεται)»(Β´ Πρλ 6, 36).

° «Ἐάν ἀνομίας (: ἁμαρτίες) παρατηρήσῃς, Κύριε Κύριε, τίς ὑποστήσεται; (: ποιός μπορεῖ νά ὑποστῆ [τή δικαία ἀπόφασί Σου;])»(Ψ 129, 3).

° «Μή (: μήπως) καθαρός ἔσται βροτός (: θνητός, ἄνθρωπος) ἐναντίον τοῦ Κυρίου ἤ ἀπό τῶν ἔργων αὐτοῦ ἄμεμπτος ἀνήρ;»(Ἰώβ 4, 17).

° «Πῶς ἔσται δίκαιος βροτός παρά Κυρίῳ;»(Ἰώβ 9, 2· 25, 4).

° «Τίς καθαρός ἔσται ἀπό ῥύπου; Ἀλλ᾽ οὐθείς»(Ἰώβ 14, 4).

«Δέν εἶπε ὁ Κύριός μας “μετανοῆστε”, ἀλλά “μετανοεῖτε”(Μθ 4, 17)»(ΑΧ, 191).

° Τό «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν»(Μθ 5, 48) εἶναι τό ἰδεῶδες, ἐκεῖ νά τείνουμε. Δέν σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχουν ἁμαρτωλοί στήν Ἐκκλησία.

° Ὁ Χριστός θάλπει=περιθάλπει τήν Ἐκκλησία ἡ ὁποία ἔχει ἄρρωστα μέλη: «Οὐδείς ποτε τήν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν, ἀλλ᾿ ἐκτρέφει καί θάλπει αὐτήν, καθώς καί ὁ Κύριος τήν ἐκκλησίαν· ὅτι μέλη ἐσμέν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκός αὐτοῦ καί ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ»(Ἐφ 5, 29, 30).

• «Νά εἶσθε ψαράδες ἀνθρώπων. Ἐσεῖς θά ψαρεύετε, Ἐκεῖνος θά τά καθαρίση».

° «Ὥστε, ἀγαπητοί μου, καθώς πάντοτε ὑπηκούσατε, μή ὡς ἐν τῇ παρουσίᾳ μου μόνον, ἀλλά νῦν πολλῷ μᾶλλον ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου, μετά φόβου καί τρόμου τήν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε»(Φλπ 2, 12).

° «Τό λοιπόν οὖν, ἀδελφοί, ἐρωτῶμεν ὑμᾶς (: σᾶς ζητᾶμε) καί παρακαλοῦμεν ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ, καθώς παρελάβετε παρ᾽ ἡμῶν τό πῶς δεῖ ὑμᾶς περιπατεῖν (: πῶς πρέπει νά ζῆτε) καί ἀρέσκειν Θεῷ, ἵνα περισσεύητε μᾶλλον (: ἔτσι νά προοδεύετε ὅλο καί πιό πολύ)»(Α´ Θεσ 4, 1).

«Θεραπευτήριο εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἀναρρωτήριο πνευματικό. Μέσα στό ὁποῖο φωτίζεται ὁ νοῦς μας ἀπ᾽ τό φῶς τῶν Γραφῶν. Ἐνισχύεται ἡ ψυχορραγοῦσα καρδιά μας ἀπ᾽ τή θυσία τοῦ Σταυροῦ. Ἀναγεννᾶται ἡ θέλησί μας ἀπ᾽ τήν πνοή τοῦ Παναγίου Πνεύματος.

Μέ μερικούς, ὅμως, ἐκκλησιαζομένους δέν συμβαίνει τό ἴδιο. Αὐτοί μπροστά στό φῶς τοῦ Χριστοῦ μένουν ἀπαθεῖς σάν ἕνα μαῦρο κάρβουνο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι δίπλα τους ἀπορροφοῦν —σάν τό ἀκτινοβόλο διαμάντι— ἄπληστα τήν ἀκτινοβολία τῆς χάριτος γιά νά τή σκορπίσουν ἐν συνεχείᾳ ὁλόγυρά τους μέ φαιδρούς λαμπυρισμούς».

«Στό κωδωνοστάσιο μιᾶς ἐκκλησίας εἶχε τοποθετηθῆ ἕνα μεγάλο ρολόι. Ἦταν τό μοναδικό καί ὅλοι, περαστικοί καί μή, διόρθωναν τά δικά τους σύμφωνα μ᾽ αὐτό.

Ὁ κ. Τ., πηγαίνοντας κάθε πρωΐ στήν ἐργασία του, σταματοῦσε γιά λίγο, ἔρριχνε μιά προσεκτική ματιά στό λεπτοδείκτη τοῦ ρολογιοῦ, ἔβγαζε ἀπ᾽ τήν τσέπη του τό δικό του, τό διόρθωνε καί κατόπιν συνέχιζε τό δρόμο του.

Μιά μέρα, ὁ ἐφημέριος πού τόν παρακολουθοῦσε, τοῦ φώναξε:

—Κύριε Τ.. Ἐπιτρέψτε μου νά σᾶς πῶ δύο λόγια. Βλέπω, μέ λύπη μου, τόσο καιρό νά περνᾶτε ἔξω ἀπ᾽ τήν ἐκκλησία καί νά διορθώνετε τό ρολόι σας, ἐνῶ ποτέ δέν σᾶς εἴδαμε νά μπαίνετε μέσα. Ἡ ἐκκλησία μας δέν ἔχει μόνο ρολόι! Ἔχει λειτουργίες, κηρύγματα, προσευχές. Δέν σέ βλέπουμε, ὅμως, σ᾽ αὐτά. Γιατί;

—Δέσποτά μου, τί νά ἔλθω νά κάνω στήν ἐκκλησία; Ἄσε με! Δέν ξαναπατῶ πιά. Βλέπω καί τίς καλωσύνες αὐτῶν πού ἔρχονται ἐδῶ τακτικά. Καί, ὅμως, ἔξω στήν κοινωνία…

Εἶπε, καί ἐξακολούθησε τό δρόμο του.

Τήν ἄλλη μέρα, ὁ ἱερεύς ἄφησε ἐπίτηδες ξεκούρδιστο τό ρολόι τῆς ἐκκλησίας, στάθηκε ἔξω στό προαύλιο καί περίμενε.

Σέ λίγο φάνηκε ὁ κ. Τ.. Παρατήρησε μέ ἔκπληξι τό καθυστερημένο ρολόι, ξανακοίταξε τό δικό του καί ξεκίνησε νά φύγη, ψιθυρίζοντας. “Τό καϋμένο τό ρολόι!”.

Ὁ ἱερεύς τότε, ἔτρεξε καί τόν σταμάτησε.

—Κύριε Τ., ποῦ πηγαίνετε;

—Στή δουλειά μου, δέσποτα.

—Μά καλά, ἀφοῦ δέν εἶναι ἀκόμη ὥρα! Τό ρολόι μᾶς δείχνει πώς εἶναι ἀκόμη πολύ πρωΐ.

—Κι ἄν τό ρολόι δείχνη πάντοτε λανθασμένη ὥρα, καί ἄν πάντοτε εἶναι σταματημένο, ὁ Τ. δέν πρέπει νά πάη στή δουλειά;, ἀπάντησε ὁ κύριος Τ.

—Κι ἄν ὅλοι αὐτοί γιά τούς ὁποίους λέει ὁ κ. Τ. πώς εἶναι κακοί χριστιανοί δείχνουν πάντα τήν κακία τους καί τά πάθη τους, ὁ κ. Τ. δέν πρέπει νά πάη στήν ἐκκλησία;, ρώτησε καί ὁ ἐφημέριος.

Καί ὁ κ. Τ. ἀναγνωρίζοντας τό σφάλμα του ἀπάντησε:

—Σωστά!…, ἔχετε δίκιο, δέσποτά μου. Ἤμουν τόσο ἀνόητος. Τό ἀναγνωρίζω».

«Μόνο στήν Ἐκκλησία μπορεῖς νά σωθῆς. Ἀκόμη κι ἄν μπῆς σ᾽ ἕνα γεμάτο λεωφορεῖο πού σέ πατοῦν ἤ σέ σπρώχνουν, συνεχίζεις νά ταξιδεύης· ἔτσι εἶναι καί ὁ πιστός ἄνθρωπος. Παρόλο πού ἔχει πειρασμούς, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ τά ξεπερνᾶ ὅλα».

«Ἀναλογισθήκατε ποτέ τί προσφέρει ὁ Ὀρθόδοξη Ἑλληνική Ἐκκλησία στό Ἔθνος; Δέν ἐννοοῦμε τί πρόσφερε κατά τό παρελθόν, καί, μάλιστα, κατά τούς ζοφερούς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας, ἀλλά τί προσφέρει σήμερα. Διατυμπανίσθηκε κατά κόρον αὐτές τίς μέρες ὅτι τό Κράτος διαθέτει δεκατρία περίπου δισεκατομμύρια γιά τήν Ἐκκλησία (μισθοδοσία Κλήρου καί ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευσι). Δέν θά ὑπενθυμίσουμε ὅτι ἄν ὑπολογισθῆ ἡ περιουσία τῆς Ἐκκλησίας τήν ὁποίαν ἀπό συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἅρπαξαν οἱ κατά καιρούς Κυβερνήσεις, τότε τά χρήματα αὐτά δέν ἀποτελοῦν οὔτε μικρό μέρος τῶν ὀφειλομένων τόκων. Δέν θά ὑπομνήσουμε οὔτε τήν εἰσφορά 35% ἐπί τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων τῶν Ναῶν. Θά βροντοφωνήσουμε, ὅμως, ὅτι τά χρήματα αὐτά, τά ὁποῖα δίνει τό Κράτος στήν Ἐκκλησία ἐπιστρέφουν πάλι σ᾽ αὐτό καί, μάλιστα, μέ τόκο 1000%. Ἄς συνειδητοποιήση τό Κράτος, ὅτι τό πελώριο ἠθοπλαστικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ δίαυλος τῆς ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων αὐτῶν καί, μάλιστα, πολλαπλασίως. Ἡ Ἐκκλησία πολιτογραφεῖ, βεβαίως, ἀνθρώπους στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν —καί αὐτό εἶναι τό κύριο ἔργο της—, ἀλλά συγχρόνως διαμορφώνει πολίτες καλούς καί νομοταγεῖς. Ἐπειδή ὑπάρχει καί ἐργάζεται ἡ Ἐκκλησία, ὑπάρχουν λιγότεροι κλέπτες, λιγότεροι διαρρῆκτες, λιγότεροι ψευδομάρτυρες, λιγότεροι ναρκομανεῖς, λιγότεροι φοροφυγάδες, λιγότεροι γενικῶς παραβάτες τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἄν δέν ὑπῆρχε ἡ Ἐκκλησία, τό Κράτος θά χρειαζόταν πολλαπλάσιους Ἀστυνομικούς καί Δικαστές, περισσότερα Νοσοκομεῖα (γιά τά ναρκωτικά, τά ἀφροδίσια νοσήματα κ.τ.τ.), περισσότερες Φυλακές.

Τόσο οἱ Ἄμβωνες, ὅσο καί τά Ἐξομολογητήρια, εἶναι οἱ πανίσχυρες πνευματικές ἐπάλξεις τοῦ ἀγῶνα κατά τοῦ ἠθικοῦ κακοῦ, πού λυμαίνεται τίς κοινωνίες. Πάνω σ᾽ αὐτές τίς ἐπάλξεις φρουρεῖ ἀνύστακτα ἡ Ἐκκλησία καί φυλάττει πνευματικές Θερμοπύλες. Οἱ Ἄμβωνες καί τά Ἐξομολογητήρια εἶναι τά ἐργαστήρια κοσμογονικῶν μεταβολῶν καί ἀλλοιώσεων γιά κάθε ὕπαρξι. Ἀναρίθμητα πλήθη ἀνθρώπων πείθονται καί ἀποφασίζουν νά μήν καταθέσουν μηνύσεις, ἤ νά ἀνακαλέσουν τυχόν ὑποβληθεῖσες, νά ἀποφεύγουν τίς ἔριδες καί τά μίση πού ἐνίοτε ὁδηγοῦν καί σέ φόνους, νά μήν κάνουν ἔξωσι στόν πτωχό ἐνοικιαστή τους, νά μήν καταφύγουν σέ ἄμβλωσι, νά ἐκτινάξουν τήν ἀπελπισία καί νά ἀποφύγουν τήν αὐτοκτονία, νά συμφιλιωθοῦν μέ τό σύντροφό τους καί νά μήν φθάσουν στό διαζύγιο, νά μήν ἀνταποδίδουν κακό ἀντί κακοῦ, νά βοηθοῦν τούς πτωχούς καί ἀναξιοπαθοῦντες, νά ἀποκαταστήσουν τήν ὑλική ἤ ἠθική ζημιά πού προξένησαν στόν πλησίον τους, νά ἐργάζωνται εὐσυνείδητα καί ἀποδοτικά στήν ὑπηρεσία τους, νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό πάθη, ὅπως τό ποτό, τό “χαρτί”, καί γενικῶς τά “τυχερά παιχνίδια”, νά εἶναι ἔντιμοι στίς συναλλαγές τους καί νά μήν ἐξαπατοῦν τούς πελάτες τους, καί… καί… καί… Αὐτό τό ἤρεμο καί ἀθόρυβο καί ἀφανές, ἀλλά τόσο ἐθνωφελές (δέν μιλᾶμε γιά τό “ψυχωφελές”), ἔργο, πού διεξάγεται καθημερινά “μέ κόπο καί μόχθο”, σέ πόσα δισεκατομμύρια μπορεῖ νά ἀποτιμηθῆ;

Καί ἀκόμη: Ἄν ἡ Ἐκκλησία δέν ἀσκοῦσε τό τεράστιο κοινωνικό ἔργο, τό ὁποῖο ἀσκεῖ, μέ πόρους τούς ὁποίους βρίσκει ἡ ἴδια, τότε τό βάρος αὐτό θά ἔπεφτε ὁλόκληρο στούς ὤμους τοῦ Κράτους. Ἄς καταγράψη λεπτομερῶς τό Κράτος τόν ἀριθμό τῶν τροφίμων τῶν Ἱδρυμάτων τῆς Ἐκκλησίας (Γηροκομείων, Οἰκοτροφείων, Ὀρφανοτροφείων, Ἀσύλων Ἀνιάτων κτλ.), τόν ἀριθμό τῶν βοηθουμένων ἀπό τά φιλόπτωχα ταμεῖα της, τόν ἀριθμό αὐτῶν πού συχνάζουν στά πνευματικά της Κέντρα, τῶν νέων πού φιλοξενοῦνται στίς Κατασκηνώσεις της κτλ., κτλ., καί ἄς ὑπολογίση ποιό εἶναι τό ποσό τό ὁποῖο θά διέθετε τό ἴδιο ἄν ἀναλάμβανε ὅλα αὐτά τά ἔργα στούς ὤμους του. Ἄς μή διατυμπανίζουμε, λοιπόν, τά χρήματα πού δίνονται στήν Ἐκκλησία, τό ὑπ᾽ ἀριθμόν ἕνα στήριγμα τοῦ Ἔθνους. Τά χρήματα αὐτά εἶναι ἡ σπουδαιότερη καί ἀποδοτικότερη “ἐθνική ἐπένδυσι”. Καί τό διατιθέμενο χρηματικό ποσό, ὅσο κι ἄν διατυμπανίζεται ὅτι εἶναι μεγάλο, δέν εἶναι μεγαλύτερο ἀπ᾽ τό ποσό, τό ὁποῖο διατίθεται γιά τή μισθοδοσία τῶν καθαριστριῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν Ἱδρυμάτων τῆς χώρας μας. Δέν νομίζετε, Κύριοι Βουλευτές, ὅτι οἱ Ἱερεῖς προσφέρουν στό Λαό μας —καί τό λέμε αὐτό χωρίς νά ὑποτιμοῦμε καθόλου οὔτε τίς ἔντιμες γυναῖκες καθαρίστριες, οὔτε τό ἔργο τους—, ἔργο σπουδαιότερο ἀπό αὐτές;».

«Ὁ μακαριστός παπα-Ἐφραίμ Κατουνακιώτης κάποτε ἔκανε τήν ἑξῆς σπουδαία παρατήρησι: “Πάτερ μου, ὅπως ἕνας εἶναι ὁ Χριστός μας, μία εἶναι καί ἡ Νύμφη Του, ἡ Μητέρα μας Ἐκκλησία. Μόνο αὐτή ἔχει τό στῆθος, ἀπ᾽ τό ὁποῖο πηγάζει τά γάλα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλες οἱ ἄλλες μορφές ῾ἐκκλησιῶν᾽ καί αἱρέσεων ἁπλῶς ἔχουν τό σχῆμα ἐκκλησιαστικοφανείας καί, ὅπως μιά φαινομενικά ὡραία γυναῖκα πού δέν ἔχει στῆθος, δέν μπορεῖ νά δώση γάλα θρεπτικό στά παιδιά της, ἔτσι κι ὅλα αὐτά τά ἐκκλησιαστικοφανῆ σχήματα. Δέν ἔχουν τή θηλή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί γι᾽ αὐτό ὅσοι τ᾽ ἀκολουθοῦν, μή βρίσκοντας τήν πραγματική πνευματική τροφή, εἶναι καταδικασμένοι, ἀργά ἤ γρήγορα, σέ πνευματική λιμοκτονία”».

«Μπορεῖ μιά ὁποιαδήποτε Προτεσταντική ὁμολογία νά μᾶς ἀποδείξη, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ; Ὄχι, δέν μπορεῖ, ὁποιεσδήποτε προσπάθειες κι ἄν καταβάλη, ὁποιεσδήποτε θεωρίες κι ἄν ἀναπτύξη. Ὁ Κύριος ἔδωσε στήν Ἐκκλησία, Του ὁρισμένα γνωρίσματα, ὥστε νά τή διακρίνουμε εὔκολα. Καί νά ἕνα· ὁ Κύριος εἶπε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία Του θά ἔχη διαμέσου τῶν αἰώνων ἀδιάκοπη συνέχεια (ὑπενθυμίζουμε τά χωρία Μθ 16, 18· 28, 20 καί Ἰω 14, 16). Γιά νά παραδεχθοῦμε συνεπῶς ὅτι μιά Προτεσταντική ὁμολογία εἶναι αὐτή ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ Κύριος, πρέπει προηγουμένως νά παραδεχθοῦμε ὅτι ἡ ὁμολογία αὐτή ὑπῆρχε πάντοτε διά μέσου τῶν αἰώνων, συνεχῶς καί ἀδιάκοπα. Γιά νά παραδεχθοῦμε δέ ὅτι ἡ ὁμολογία αὐτή ὑπῆρχε πάντοτε, πρέπει προηγουμένως οἱ ὀπαδοί της νά μᾶς ἀποδείξουν ὅτι κατά τούς 20 αἰῶνες τῆς ἱστορίας τοῦ Χριστιανισμοῦ ὑπῆρχε πάντοτε ἐν μέσῳ τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου μιά κοινωνία ἀνθρώπων, μιά ὁμάδα ἔστω, ἡ ὁποία πίστευε συνολικά ὅπως πιστεύουν αὐτοί σήμερα, ἡ ὁποία εἶχε τήν ἴδια ἀκριβῶς κατά τήν οὐσία δογματική διδασκαλία, τήν ὁποία ἔχουν αὐτοί σήμερα. Μέ ἄλλα λόγια οἱ Προτεστάντες πρέπει νά ἀνακαλύψουν τούς ἑαυτούς τους στό παρελθόν, σέ ὅλους τούς αἰῶνες τοῦ παρελθόντος. Μποροῦν νά τό κατορθώσουν αὐτό; Ἤ τουλάχιστον, ἐπειδή τά χριστιανικά κείμενα δέν ἀφθονοῦν σέ ὅλους τούς αἰῶνες, μποροῦν νά ἀνακαλύψουν τήν ὁμολογία τους σέ ἕνα μόνο αἰῶνα ἀπό τούς πρώτους ἤ καί τούς μετά ἀπό αὐτά αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁπωσδήποτε, ὅμως, πρίν ἀπό τό 16ο αἰῶνα κατά τόν ὁποῖο ἔγινε ἡ λεγόμενη Θρησκευτική Μεταρρύθμισι τοῦ Λουθήρου καί τῶν ὑπολοίπων μεταρρυθμιστῶν; Ἤ μήπως θά ἰσχυρισθοῦν ὅτι ὅλοι οἱ πρίν ἀπό αὐτούς χριστιανοί πλανῶνταν, καί αὐτοί μόνο ὑπῆρξαν οἱ ἔξυπνοι οἱ ὁποῖοι συνέλαβαν τήν ἀλήθεια, καί ὅτι συνεπῶς ἡ Ἐκκλησία ἱδρύθηκε ὄχι τόν 1ο ἀλλά… τό 16ο αἰῶνα μετά Χριστόν; Ἀδήριτη, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀνάγκη νά ἀποδείξουν οἱ Προτεστάντες ὅτι ὅσα πιστεύουν, δέν ἀποτελοῦν καινοτομίες, ἀλλά πιστεύονταν καί στό παρελθόν. Ἐάν ἀποδείξουν αὐτό, τότε καί ἐμεῖς θά ποῦμε· “Δεῦτε προσκυνήσωμεν καί προσπέσωμεν τῷ Προτεσταντισμῷ”, διότι αὐτός εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ἀρχαίας ἔνδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, καί σ᾽ αὐτόν βρίσκεται ἡ σωτηρία κάθε ἀνθρώπου. Δυστυχῶς, ὅμως, γι᾽ αὐτούς δέν μποροῦν νά ἀποδείξουν τό ζητούμενο. Ἐμεῖς, ὅμως, οἱ Ὀρθόδοξοι μποροῦμε νά ἀποδείξουμε. Ἤ μᾶλλον δέν χρειάζεται νά ἀποδείξουμε, ἀλλά ἀρκεῖ ἁπλῶς νά δείξουμε στά συγγράμματα τῶν μεγάλων Πατέρων, καί ὁ καθένας θά δῆ ἐκεῖ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία πιστεύει σήμερα ὅ,τι ἀκριβῶς πιστευόταν καί κατά τό παρελθόν. Στόν 4ο αἰῶνα, π.χ., κατά τόν ὁποῖο ἀφθονοῦν τά χριστιανικά κείμενα, μποροῦμε νά δοῦμε καί νά θαυμάσουμε ὅλη τήν Ὀρθοδοξία μας. Λέμε δέ κι αὐτό· Ἡ Ὀρθοδοξία περιέχει πλῆθος δογματικῶν διδασκαλιῶν. Παρά τό πλῆθος, ὅμως, αὐτό, ἐπειδή ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ δέ ἀλήθεια ἔχει ἁρμονία καί ἑνότητα, τήν Ὀρθοδοξία κατόρθωσε νά τή συλλάβη καί νά τήν ἐνσαρκώση ὁλόκληρη ὄχι μόνο ἡ Ἐκκλησία ὡς σύνολο ἀλλά καί ἐπιμέρους μέλη της ἤδη ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Σέ ἕναν ἱ. Χρυσόστομο βρίσκουμε ὁλόκληρη τήν Ὀρθοδοξία! Μποροῦν νά βροῦν ἔτσι καί οἱ Προτεστάντες; Ἀλλά πῶς νά βροῦν αὐτοί, ἀφοῦ ὁ Προτεσταντισμός εἶναι καινοτομία, ἤ μᾶλλον εἶναι σωρεία καινοτομιῶν, οἱ ὁποῖες ἐμφανίσθηκαν τό 16ο αἰῶνα;

Σύμφωνα, λοιπόν, μέ τά παραπάνω, καμμία Προτεσταντική ὁμολογία δέν μπορεῖ νά ἀξιώση γιά τόν ἑαυτό της τόν τίτλο Ἐκκλησία. Ἄρα καί καμμία δέν μπορεῖ νά ἀξιώση ὅτι εἶναι ἀλάθητη. Διότι τό ἀλάθητο… ὑπάρχει μόνο στήν Ἐκκλησία. Ἀλλά, ἐφοσον ὁ Προτεσταντισμός δέν ἔχει τό ἀλάθητο, ὁπωσδήποτε πλανᾶται, ὁπωσδήποτε ἀποτελεῖ αἵρεσι.

Ἡ σκέψι ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τόν Ὀρθόδοξο στό παραπάνω συμπέρασμα, ὅτι δηλαδή ὁ Προτεσταντισμός ἀποτελεῖ αἵρεσι, εἶναι σκέψι τετραγωνική. Εἶναι ὅπως τό δύο ἐπί δύο ἴσον τέσσερα. Ἀλλά ὁ αἱρετικός δέν διαθέτει τήν ψυχική ἐκείνη δύναμι, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται γιά νά ὁμολογήση τήν πλάνη του. Καί γιά νά βγῆ ἀπό τό ἀδιέξοδο, στό ὁποῖο τόν φέρνει ἡ αὐστηρή ἐπιχειρηματολογία τοῦ Ὀρθόδοξου, τί κάνει; Παραποιεῖ τήν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας καί λέει· Ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἔχει τό ἀλάθητο, δέν εἶναι ὁρατός ὀργανισμός ἤ καθίδρυμα, ὅπως ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι νομίζετε, ἀλλά εἶναι κάτι τό ἀόρατο. Γιατί ἀόρατο; Διότι δῆθεν ἡ Ἐκκλησία δέν βρίσκεται σέ καμμία συγκεκριμένη ἐξωτερική μορφή, δέν περιορίζεται σέ καμμία ἐπιμέρους ὁμολογία, ἀλλά εἶναι σπαρμένη καί ἁπλωμένη σέ ὅλη τήν οἰκουμένη, καί ἀποτελεῖται ἀπό ἁγίους οἱ ὁποῖοι, ὁποιαδήποτε ὁμολογία κι ἄν ὁμολογοῦν, εἶναι ἄγνωστοι στούς ἀνθρώπους, καί μόνο στό Θεό εἶναι γνωστοί. Ἔτσι ὁ Προτεστάντης λέει ὅτι στήν κοινωνία αὐτή τῶν ἁγίων διδάσκεται ὀρθῶς τό Εὐαγγέλιο καί τελοῦνται ὀρθῶς τά μυστήρια. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσία τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν Προτεστάντη.

Τήν ἔννοια αὐτή τῆς Ἐκκλησίας διαμόρφωσαν οἱ Προτεστάντες σκοπίμως, γιά νά μποροῦν νά συνυπάρχουν καί αὐτοί μέ τούς ὑπόλοιπους στήν Ἐκκλησία καί νά μήν ἀποκλείωνται ἀπ᾽ αὐτήν.

Ἀλλά τέτοια ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι προφανῶς λανθασμένη καί ἀσύστατη. Ἡ Ἐκκλησία, ἐφόσον ἔχει ἱερατεῖο πού ἀνάγεται κανονικά στούς Ἀποστόλους· ἐφόσον ἔχει σταθερό σύνολο δογματικῶν καί ἠθικῶν διδασκαλιῶν· ἐφόσον ἔχει μυστήρια μέ τά ὁποῖα μεταδίδεται ἡ θεία Χάρι καί αὐτά εἶναι αἰσθητά σημεῖα· καί ἐφόσον τά παραπάνω στοιχεῖα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τή σωτηρία, ἡ Ἐκκλησία εἶναι καθίδρυμα αἰσθητό καί ὁρατό καί συγκεκριμένο. Βεβαίως ἡ Ἐκκλησία φέρει καί ἀόρατο χαρακτῆρα, ἀφοῦ εἶναι ἀόρατη ἡ κεφαλή της, ὁ Κύριος, ἀόρατη ἡ ἁγιάζουσα χάρι, καί ἀόρατη ἡ κοινωνία τῶν πιστῶν μέ τόν Κύριο. Τό ἀόρατο στοιχεῖο, ὅμως, συνδέεται μέ τό ὁρατό ἀδιάσπαστα, ὅπως ἡ ψυχή μέ τό σῶμα, ἤ οἱ δύο φύσεις ἐν Χριστῷ. Καί ἔτσι ἡ ἀόρατη κοινωνία τῶν πιστῶν μέ τόν Κύριο, τήν ὁποία τόσο πολύ τονίζουν οἱ Προτεστάντες, βλαστάνει καί προάγεται στό ἔδαφος τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Γραφή, ἄλλωστε, ὅπου κάνει λόγο γιά Ἐκκλησία, ἐννοεῖ ἀναμφίβολα τήν ὁρατή ἐπί γῆς Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν κοινωνία τῶν χριστιανῶν. Ἀναφέρουμε ἐδῶ δύο μόνο χωρία, τό “Ἐάν δέ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπέ τῇ ἐκκλησίᾳ· ἐάν δέ καί τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικός καί ὁ τελώνης”(Μθ 18, 17) καί τό “Οὐ περί τούτων δέ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλά καί περί τῶν πιστευσόντων διά τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς Ἐμέ, ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς Σύ, Πάτερ, ἐν Ἐμοί κἀγώ ἐν Σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν Ἡμῖν ἕν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι Σύ Με ἀπέστειλας”(Ἰω 17, 20-21) καί παρατηροῦμε σ᾽ αὐτά· Ἐάν ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἀόρατη, ὅπως θέλουν οἱ Προτεστάντες, πῶς θά μποροῦσε κανείς νά καταγγείλη σ᾽ αὐτήν τόν ἀδελφό του πού ἁμαρτάνει; Καί ἄν οἱ ἅγιοι ἦταν μόνο στό Θεό γνωστοί, ὅπως ἐπίσης, θέλουν οἱ Προτεστάντες, πῶς θά μποροῦσε ὁ κόσμος νά παραδειγματισθῆ ἀπό τήν ὁμόνοια καί τήν ὅλη ἀρετή τους, καί νά πιστέψη ὅτι ὁ Πατέρας ἀπέστειλε τόν Υἱό στόν κόσμο;

Νά τώρα καί χονδροειδέστατες ἀντιφάσεις στόν ἴδιο τόν ὁρισμό τῆς Ἐκκλησίας, τόν ὁποῖο δίνουν οἱ Προτεστάντες. Λένε ὅτι “ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία ἁγίων στήν ὁποία ὀρθῶς διδάσκεται τό Εὐαγγέλιο καί τελοῦνται τά μυστήρια”. Ἀλλ᾽, ὦ ἀγαθοί! Ἐφόσον ἀπό τό ἕνα μέρος, λέτε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖται μόνο ἀπό ἁγίους, καί οἱ ἅγιοι, ὅπως ἰσχυρίζεσθε, εἶναι μόνο στό Θεό γνωστοί, καί μποροῦν νά ἀνήκουν σέ διάφορες ὁμολογίες, ἐφόσον αὐτά δέχεσθε ἀπό τό ἕνα μέρος, καί κατά συνέπεια δέχεσθε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀόρατος καί ὅτι εἶναι δυνατό νά ἔχη τά μέλη της σέ διάφορες ὁμολογίες πῶς ἀπό τό ἄλλο μέρος ἔρχεσθε καί λέτε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκεῖ ὅπου ὀρθά διδάσκεται τό Εὐαγγέλιο καί τελοῦνται τά μυστήρια;  Δέν ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι μέ αὐτό τό δεύτερο ἡ Ἐκκλησία γίνεται ὁρατή καί περιορίζεται σέ μία μόνο ὁμολογία, σ᾽ ἐκείνη δηλαδή, ἡ ὁποία διδάσκει ὀρθά τό Εὐαγγέλιο, καί τελεῖ ὀρθά τά μυστήρια; Καί ἐκτός ἀπό αὐτό πῶς μιλοῦν οἱ Προτεστάντες γιά ὀρθή διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καί γιά ὀρθή τέλεσι τῶν μυστηρίων, ἀφοῦ δέν ἀναγωρίζουν τήν αὐθεντία τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας; Ποιός καθορίζει τί εἶναι ὀρθό; Οἱ ἅγιοι; Ἀλλά αὐτοί μόνο στό Θεό εἶναι γνωστοί, κατά τούς Προτεστάντες. Ἡ Γραφή; Ἀλλά ἡ Γραφή δέν θεσπίζει τίποτε γιά τήν ὀρθή τέλεσι τῶν μυστηρίων, καί ἔχει κι αὐτή ἀνάγκη… ἀνώτερης αὐθεντίας [τῆς Ἐκκλησίας], ἡ ὁποία θά τήν βεβαιώση καί θά τήν ἑρμηνεύση ἀλάθητα. Καί γιά νά καταλάβουν πλήρως οἱ Προτεστάντες τήν πλάνη τους περί Ἐκκλησίας, ρωτᾶμε συγκεκριμένα· Ποῦ θά ἀπευθυνθῆ ὁ Μουσουλμάνος, ὁ ὁποῖος θέλει νά προσέλθη στό Χριστιανισμό καί νά γίνη μέλος τῆς Ἐκκλησίας; Ἀπό ποιούς θά ἀκούση ὀρθά τή Χριστιανική διδασκαλία καί θά λάβη τό βάπτισμα; Ἀπό τούς ἁγίους; Ἀλλά αὐτοί εἶναι ἄγνωστοι… Ποῦ, λοιπόν, θά βρῆ ὁ Μουσουλμάνος τήν ἀόρατη Ἐκκλησία, γιά τήν ὁποία μιλοῦν οἱ Προτεστάντες γιά νά γίνη μέλος της;».

° Γράφει, ἀκόμα, ὁ Νικ. Σωτηρόπουλος: «Ἐμεῖς μποροῦμε νά κατηγοροῦμε τούς Προτεστάντες καί νά λέμε σ᾽ αὐτούς· τό γεγονός, ὅτι δέν τιμᾶτε τήν Παναγία, ἀρκεῖ, αὐτό καί μόνο, γιά νά καταλάβετε ὅτι δέν εἴσασθε Ἐκκλησία ἀλλά αἵρεσι. Ἄν ἤσασθαν Ἐκκλησία θά εὕρισκε σ᾽ ἐσᾶς ἐκπλήρωσι ἡ προφητεία «ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί»(Λκ 1, 48)».

Νά σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι καί οἱ ΡΚαθολικοί εἶναι αἱρετικοί, αὐτοί, ὅμως, διά τῆς προσθέσεως δογμάτων (filioque, ἄσπιλη σύλληψι, ἀλάθητο καί πρωτεῖο). Οἱ Προτεστάντες εἶναι καινοτόμοι διά τῆς ἀφαιρέσεως δογμάτων (Μυστήρια, Παράδοσι κλπ.).

«Ὁ Γέροντας Παΐσιος βρέθηκε κάποτε στήν Ἀθήνα γιά κάποια ὑπόθεσί του. Τήν Κυριακή στό ναό ὅπου ἐκκλησιάσθηκε, κατά τήν ὥρα τῆς θείας λειτουργίας, τά παιδάκια ἔκαναν φασαρία. Κατά τύχη, ὅπως διαπιστώθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων, βρισκόταν κι ἕνα καθολικός ἐκεῖ κι εἶχε κατασκανδαλισθῆ. Ὅταν τελείωσε ἡ θεία λειτουργία, εἶπε αὐτός στό Γέροντα:

—Πάτερ, εἴδατε τί φασαρία κάνανε τά παιδιά μέσα στό ἱερό; Σ᾽ ἐμᾶς, ὅταν ἔχουμε θεία λειτουργία, δέν ἀκούγεται οὔτε ἡ ἀνάσα τῶν ἀνθρώπων.

Κι ὁ Γέροντας χαμογελώντας ἀπάντησε:

—Τά παιδάκια αἰσθάνονται ἄνετα ἐδῶ καί κινοῦνται ἔτσι ἐλεύθερα, γιατί ξέρουν ὅτι βρίσκονται στό σπίτι τοῦ Πατέρα τους κι ὄχι σέ κάποιο ξένο σπίτι!».

«Ἡ Λειτουργία δέν εἶναι ψυχολογική “ἀνάμνησι” (βλ Λκ 22, 19· Α´ Κορ 11, 24) γεγονότος, πού ἔλαβε χώρα σέ παλαιότερο χρόνο, ἀλλά δύναμι πού ἀκατάπαυστα διαμένει στήν ἱστορία. Παρέρχονται χιλιετίες, ἀλλά τό ἐπίκαιρο τῆς Λειτουργίας δέν ἀλλοιώνεται: “… μία ἡμέρα γιά τόν Κύριο εἶναι σάν χίλια ἔτη, καί χίλια ἔτη σάν ἡμέρα μία”(Β´ Πέτρ 3, 8). Γιά μᾶς ὁ ἱστορικός χρόνος εἶναι, κατά κάποιο τρόπο, ὁ “τόπος” τῆς πρώτης συναντήσεώς μας μέ τό Θεό καί τήν αἰωνιότητά Του. Ἡ τελευταία αὐτή περιβάλλει ὅλους τούς κτιστούς αἰῶνες χωρίς διάρκεια, ἀλλά ὁλοκληρωτικά. Στή Λειτουργία ζοῦμε συγχρόνως, σάν σέ σύνολο, καί τό φθαρτό τῆς γήινης ὑπάρξεώς μας καί τήν πρόγευσι τῆς Βασιλείας, “πού θά ἔλθη δυναμικά καί ἀποτελεσματικά”(πρβλ Μρ 9, 1). Στή Λειτουργία προγευόμασθε ἀπό τό εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Οὐρανίου Πατρός “Γαμήλιο Δεῖπνο”(βλ Μθ 22, 2). Τώρα κατέχουμε ἤδη “ἐκ μέρους” τή δωρεά αὐτή, ἀναμένουμε δέ μέ ὑπομονή τήν ἔλευσι “τοῦ τελείου”, ὁπότε “τό ἐν μέρει θά καταργηθῆ”(πρβλ Α´ Κορ 13, 10)».

«Στήν κριτική πού γινόταν ἀπό προσήλυτους ἤ καί τυπικά Ὀρθόδοξους Χριστιανούς ὅτι ἡ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι μεγάλη καί γι’ αὐτό δέν προσέρχονται στή Λειτουργία…, ὁ π. Alexander Schmemann, ὡς πρός τή διάρκεια τῶν ἀκολουθιῶν, ἔλεγε ὅτι κανείς δέν θά διανοεῖτο νά περικόψη τήν Ἐνάτη Συμφωνία ἤ καί νά τήν ἁπλοποιήση γιά νά ὑπάρχη μεγάλη προσέλευσι στίς συναυλίες».

«Κάποτε, ἕνας ἄρχοντας τῆς τσαρικῆς αὐλῆς πῆγε νά συμβουλευθῆ ἕνα περίφημο, τότε, γιά τήν ἀρετή του ἱερέα τῆς Πετρουπόλεως.

—Πάτερ, πές μου, τί νά κάνω; Ἔχω πολλούς ἐχθρούς. Μέ μισοῦν “ματαίως”· χωρίς κανένα λόγο. Μέ συκοφαντοῦν στόν Τσάρο. Κινδυνεύω νά χάσω τή δουλειά μου. Ἄν ὁ Τσάρος πεισθῆ καί μέ ἀπολύση, ποῦ θά σταθῶ; Πῶς θά ζήσω; Σᾶς παρακαλῶ, συμβουλέψτε με. Τί νά κάνω;

—Νά προσεύχεσαι. Γιά ὅλους. Καί περισσότερο γι᾽ αὐτούς πού ξεσηκώθηκαν ἐναντίον σου. Καί στό σπίτι. Ἀλλά καί στήν Ἐκκλησία, στή Θ. Λειτουργία. Ἔχει μεγάλη σημασία αὐτό.

—Καί τί θά βγῆ μ᾽ αὐτό, πάτερ;, εἶπε πικραμένος.

—Θά τό δῆς. Τά “ψίχουλα”, οἱ μαργαρίτες —οἱ μερίδες τίς ὁποῖες βγάζει ὁ ἱερέας στήν προσκομιδή, ὅταν διαβάζη ὀνόματα— συμβολίζουν τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων· ζώντων καί κεκοιμημένων. Καί κάποια στιγμή, αὐτές τίς μερίδες ὁ παπᾶς τίς ρίχνει μέσα στό ἅγιο ποτήριο, μέ τά λόγια: “Ἀπόπλυνον, Κύριε, τά ἁμαρτήματα τῶν ἐνθάδε μνομονευθέντων δούλων σου, τῷ Αἵματί Σου τῷ Ἁγίῳ”. Δηλαδή παρακαλεῖ τό Χριστό νά ξεπλύνη μέ τό Αἷμα Του τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, τίς ὁποῖες μνημόνευσε.

Καί πρόσθεσε:

—Γι᾽ αὐτό, ἄν θέλης, ἄκουσέ με. Γράψε τά ὀνόματα ἐκείνων πού σέ ἐπιβουλεύονται σ᾽ ἕνα χαρτί καί δῶσε τα στόν ἱερέα, νά τά μνημονεύη στή Λειτουργία· καί θά τό δῆς!

Ἀπό τότε πέρασαν μία, δύο, τρεῖς ἑβδομάδες. Μετά ἀπό ἕνα μῆνα, νάτος, πάλι στόν παπᾶ. Καί, πέφτοντας μπροστά στά πόδια του, ἐξομολογήθηκε:

—Θαῦμα, πάτερ! Θαῦμα! Θαῦμα! Δέν θά τό πιστεύσετε! Ἔκανα αὐτό τό ὁποῖο μοῦ εἴπατε. Καί, νά! Αὐτοί πού μέχρι τώρα μέ μισοῦσαν, καί ἤθελαν τό κακό μου, τώρα μοῦ συμπεριφέρονται μέ τέτοιο σεβασμό, μοῦ δείχνουν τέτοια ἀγάπη, πού δέν ξέρω πῶς νά τό ἐξηγήσω. Τό στόμα τους, πού πρῶτα ἦταν ὅλο χολή, τώρα στάζει μέλι. Ὅπου καί νά σταθοῦν, μόνο καλές κουβέντες λένε γιά μένα!

Καί ὁ σεβάσμιος γέροντας συμπέρανε:

—Εἶδες, λοιπόν! Σοῦ τό ἔλεγα. Ἄφησε τό θέμα σου στό Θεό καί θά τό δῆς. Τώρα τό βλέπεις, ὁλοκάθαρα, πόσο ὁ Θεός φροντίζει γιά μᾶς.

Πάντοτε, λοιπόν, καί σύ “ἐν ψαλτηρίῳ” νά τό ἀνοίγης τό κάθε σου πρόβλημα. Νά προσεύχεσαι. Ἰδιαίτερα γιά “τούς ἐχθραίνοντάς σοι ματαίως”(Ψ 3, 8)· δηλαδή γιά ἐκείνους πού, χωρίς κανένα λόγο, σέ ἐπιβουλεύονται. Καί ὁ Θεός θά τούς κάνη φίλους σου».

Ὅ,τι ἐγκαθιδρύει ὁ Θεός εἶναι ἀκατάλυτο. Ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία Του:

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε: «Ἐγώ δέ σοι λέγω ὅτι σύ εἶ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ [τήν ὁμολογία περί τῆς θεότητός Του] οἰκοδομήσω μου τήν ἐκκλησίαν, καί πύλαι ᾅδου [οἱ σχισματοαιρετικοί] οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς (: δέν θά τήν κατανικήσουν)»(Μθ 16, 18).

° «Ἰδού ἐγώ μεθ᾽ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. ἀμήν»(Μθ 28, 20).

Εἶναι χαρακτηριστικό τό ὅτι παρότι ὁ Ἀπ. Παῦλος κατεῖχε τή θεία ἀλήθεια ἀπό ἀποκάλυψι («Οὐδέ γάρ ἐγώ παρά ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτό οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλά δι᾿ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ»(Γαλ 1, 12)), δέν παρέλειψε νά θέση τή διδασκαλία του ὑπό τήν ἔγκρισι τῶν ἄλλων Ἀποστόλων («Ἀνέβην δέ κατά ἀποκάλυψιν· καί ἀνεθέμην αὐτοῖς τό εὐαγγέλιον ὅ κηρύσσω ἐν τοῖς ἔθνεσι, κατ᾿ ἰδίαν δέ τοῖς δοκοῦσι (: στούς κορυφαίους), μήπως εἰς κενόν τρέχω ἤ ἔδραμον (: ἔτρεχα)»(Γαλ 2, 2)): σπουδαιότητα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως.

Ἐπί 2000 χρόνια οἱ ἀρνητές διακήρυσσαν τήν ἐξολόθρευσι τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως, αὐτή ὡς θεανθρώπινος Ὀργανισμός ἐπέζησε τῶν νεκροθαπτῶν της.

«“Ἤδη”, ἔγραψε περικλεής κάλαμος, “βλέπουν τήν Ἐκκλησία, καί λένε· ῾κινδυνεύει νά πεθάνη, καί σέ λίγο θά ἐκλείψη τό ὄνομα αὐτῆς· μετά ἀπό λίγο δέν θά ὑπάρχουν πλέον Χριστιανοί· πέρασε πλέον ὁ καιρός τους᾽. Καί ἐνῶ λένε αὐτό, αὐτούς μέν βλέπω καθημερινά νά πεθαίνουν, τή δέ Ἐκκλησία νά διαμένη πάντοτε ὄρθια, νά ἀναγγέλλη τή δύναμι τοῦ Θεοῦ σ᾽ ὅλες τίς ἐπερχόμενες γενεές”.

Τά λόγια αὐτά εἰπώθηκαν πρίν χίλια τετρακόσια ἔτη, ἀπό τόν ἱερό Αὐγουστίνο (Στόν Ἀββᾶ Δαγυέτη στήν Κατήχησι τῆς Ἀλγερίας)…

Ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά εἶναι πάντοτε σέ κίνδυνο κατ᾽ ἄνθρωπον, γιά νά δείξη καλύτερα ὅτι πάντοτε βοηθεῖται ἀπ᾽ Αὐτόν».

«Πρό 1500 ἐτῶν, στήν ἐποχή τοῦ Αὐγουστίνου λεγόταν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία πνέει τά λοίσθια. Ἀργότερα ὁ Βολταῖρος (1750 μ.Χ.) ἔλεγε, ὅτι μετά ἀπό 50 χρόνια ἀπό τότε ἡ Ἁγία Γραφή δέν θά ὑπάρχη παρά μόνο στά παλαιοπωλεῖα. Γιά τήν εἰρωνεία, ὅμως, τοῦ πράγματος τό σπίτι τοῦ Βολταίρου σήμερα ἔχει γίνει κέντρο διαδόσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς, πού εἶναι καί στόν 20ό αἰῶνα τό βιβλίο πού ἔχει τήν πρώτη κυκλοφορία στόν κόσμο.

Τόν περασμένο αἰῶνα ὁ Nietzsche ἤλπιζε, ὅτι θά ἔβλεπε, πρίν πεθάνη, τόν τελευταῖο Χριστιανό. Καί στά χρόνια μας ὁ Λουνατσάρσκυ διεκήρυξε, ὅτι οἱ κομμουνιστές “θά διορθώσουν τά λάθη τοῦ Διοκλητιανοῦ”. Θά ἐξαφανίσουν δηλαδή τό Χριστιανισμό καί τούς Χριστιανούς».

Ὅπως ἀναφέρει, ἐπιγραμματικά καί σωστά, ὁ μοναχός Δωρόθεος, «οἱ ἀμέτρητοι ἐπικήδειοι τῆς Ἐκκλησίας κηδεύθηκαν μαζύ μέ τούς κήρυκές τους».

«Μία ἄλλη φορά μᾶς ἔλεγε γιά κάποια παρέα φοιτητῶν, πού εἶχαν περάσει ἀπ᾽ τό κελλί του ἐκεῖνες τίς μέρες. “Τά παιδιά”, εἶπε, “ἦταν σκανδαλισμένα ἀπ᾽ τόν Κλῆρο· ἀπό διάφορα σκάνδαλα πού ἀκούγονται συνεχῶς”. Ἀδύναμα στήν πίστι, πῆγαν στό Γέροντα καί τοῦ εἶπαν: “Ἐμεῖς δέν πιστεύουμε τίποτε καί τό Θεό θά Τόν βροῦμε μόνοι μας. Δέν θέλουμε κανένα ὁδηγό, κλπ.”. Καί συνέχισε ὁ Γέροντας: “Προσπάθησα νά τούς πείσω, νά τούς πῶ μερικά πράγματα, ἀλλά δέν μπόρεσα. Ἔφυγαν. Ὅταν κατέβηκαν πιό κάτω, ἔψαχναν τό μονοπάτι γιά νά πᾶνε στόν προορισμό τους, χάθηκαν, ὅμως, περιπλανήθηκαν καμμιά ὥρα καί τελικά ἀπελπίσθηκαν. Δέν μποροῦσαν νά βροῦν τό μονοπάτι”. Αὐτό δέν συνέβη τυχαῖα, ἀλλά ἀπ᾽ τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν προσευχή τοῦ Γέροντος, ὁ ὁποῖος, φυσικά, δέν τό ὁμολόγησε. Τελικά γυρίζουν πίσω στό κελλί τοῦ Γέροντος ταπεινωμένοι καί λένε:

—Γέροντα, μήπως μπορεῖς νά μᾶς πῆς πῶς θά βροῦμε τό δρόμο γιά νά πᾶμε στό τάδε μέρος;

Ὁπότε ὁ Γέροντας τούς εἶπε:

—Βρέ παιδιά μου, ἄν δέν μπορέσατε νά βρῆτε μόνοι σας αὐτό τό δρόμο, τό γήινο, καί χρειάζεσθε κάποιον νά σᾶς βοηθήση νά τόν βρῆτε, πόσο μᾶλλον χρειάζεσθε ἕνα ὁδηγό, κάποιον νά σᾶς καθοδηγήση, γιά νά βρῆτε τό δρόμο πρός τόν οὐρανό!

Ἔτσι, αὐτή ἡ ταλαιπωρία τους ἦταν ἡ αἰτία ν᾽ ἀλλάξουν τά παιδιά στάσι, νά ὑποχωρήσουν καί νά καθίσουν νά κουβεντιάσουν μέ τό Γέροντα. Πραγματικά, κατάλαβαν ὅτι, γιά νά φθάση κανείς στό Θεό, χρειάζεται φωτισμένο πνευματικό ὁδηγό».

«Τό πρῶτο πρᾶγμα πού μᾶς ρώτησε ἦταν:

—Ἐσεῖς, παιδιά, ἐκκλησιάζεσθε, ἐξομολογεῖσθε;

Τοῦ λέω:

—Ἐγώ πάτερ, τά θεωρῶ αὐτά τυπικά πράγματα.

—Ἄ, ὄχι! Αὐτά εἶναι ὅπως τό κεντρικό τοῦβλο τοῦ τρούλλου (τό κλειδί). Ἔτσι καί τό ἀφαιρέσεις, ὅλος ὁ τροῦλλος σωριάζεται».

«Σπουδαστής: Ἐπαρκεῖ ἡ Ἁγία Γραφή νά ὁδηγήση τόν ἄνθρωπο στή σωτηρία;

Ἱερεύς: Ὄχι, δέν ἐπαρκεῖ νά ὁδηγήση τόν ἄνθρωπο στή σωτηρία, διότι: πρῶτον, δέν δόθηκε στήν ἀνθρωπότητα ἀπό τήν ἀρχή· δεύτερο, ὅταν δόθηκε δέν ἦταν τό μόνο αὐθεντικό κείμενο πού ἀφορᾶ τήν σωτηρία τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, διότι πρίν ἀπ᾽ αὐτήν ὑπῆρχε ἡ Ἱερά Παράδοσις. Πολλά χρόνια, πρίν ἀρχίση ὁ Μωυσῆς νά γράφη τά πρῶτα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὑπῆρχε θρησκευτική εὐλάβεια στίς τότε κοινότητες τοῦ ἱσραηλιτικοῦ λαοῦ. Τά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης ἄρχισαν νά γράφονται 10 χρόνια μετά τήν ἐπίσημη θεμελίωσι τῆς ἐκκλησίας, πού ἔγινε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ Ἐκκλησία ἐπέλεξε καί σφράγισε ὡς θεόπνευστα τά βιβλία τῶν δύο Διαθηκῶν ἑκατό χρόνια ἀργότερα. Αὐτά ἀπετέλεσαν τό λεγόμενο Κανόνα τῶν βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἔκτοτε κρατᾶ αὐτό τόν Κανόνα τῆς ἀληθείας, διότι εἶναι ἡ ἴδια “στῦλος καί ἑραίωμα τῆς ἀληθείας”(Α´ Τιμ. 3, 15). Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐργάζεται σ᾽ αὐτή γιά τή διατήρησι τῆς σωτηριώδους ἀληθείας. Ὅπου εἶναι ἡ Ἐκκλησία, λέγει ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος, ἐκεῖ εἶναι καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ὅπου τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ και ἡ ἐκκλησία και ὅλη ἡ Χάρις, διότι τό Πνεῦμα εἶναι ἡ ἀλήθεια»

«Ἡ ἀληθινή καί πραγματική ἐκκλησία δέν εἶναι ἡ μόνη ὁδός σωτηρίας ἀλλά ἡ μόνη ἀσφαλής ὁδός σωτηρίας. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος βρίσκεται μέσα στήν πραγματική ἐκκλησία, εἶναι ἀσφαλής. Ὁ ἐκτός τῆς πραγματικῆς ἐκκλησίας χριστιανός δέν εἶναι ἀσφαλής γιά σωτηρία. Ἕνα παράδειγμα: Ἐπί ἀνταρτοκρατίας μία ὑπῆρχε ἀσφαλής συγκοινωνία Καλαμάτας-Ἀθηνῶν, ἡ μέσῳ τῆς τεθωρακισμένης φάλαγγας. Ὑπῆρχαν, βέβαια, καί ἄλλα μονοπάτια, διά τῶν ὁποίων μετέβαιναν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τήν Καλαμάτα στήν Ἀθήνα. Δέν ἦταν, ὅμως, ἀσφαλῆ. Μέ αὐτή τή διάκρισι τιμοῦμε τήν ἀξία τῆς ἀλήθειας, διότι ἀποδίδουμε σ᾽ αὐτή τήν ἀσφαλῆ ὁδό σωτηρίας, εἴμασθε, ὅμως, εὐσπλαγχνικοί πρός τούς πλανωμένους, διότι δεχόμασθε, ὅτι ἡ ἀληθινή ἐκκλησία δέν εἶναι ἡ μόνη ἀσφαλής ὁδός σωτηρίας. Ἄλλωστε, καί ἐσεῖς παρόλο πού δέχεσθε, ὅτι ἡ πραγματική ἐκκλησία εἶναι ἀόρατη, καί ἀποτελεῖται ἀπό καλούς χριστιανούς πού ἀνήκουν σέ ὀρθόδοξη, καθολική, εὐαγγελική, δέν παύετε νά μάχεσθε γιά τίς Εὐαγγελικές σας ἀρχές. Ἀγωνίζεσθε, διότι νομίζετε, ὅτι ἐσεῖς ἔχετε τήν ἀλήθεια, τήν ἀσφαλῆ ὁδό σωτηρίας».

«Τά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας μπῆκαν ὅταν κατέβηκε ὁ Χριστός στόν ἅδη καί δίδαξε ἐκεῖ, ἐνῶ μέ τήν Πεντηκοστή, ἄρχισε ἡ “κατασκευή” τῆς Ἐκκλησίας».