Αντιαιρετικά Εφόδια

«Οἱ προτεστάντες “πέταξαν τό αὐγό ἀντί νά σπάσουν τό τσόφλι”»(Watts Αlan): ἀντί νά πετάξουν τά αἱρετικά τῶν Παπικῶν καί νά κρατήσουν τό ὀρθόδοξο περιεχόμενο, αὐτοί τό πέταξαν κι αὐτό.

«Τά δόγματα σερβίρονται σάν σέ buffet ἑστιατορίου: Ἀποχή, ἐξομολόγησι, Θεία Κοινωνία, βάπτισι, Θεία Λειτουργία, κάντε ὅποιο συνδυασμό σᾶς ἀρέσει καί ἀγνοῆστε τά ὑπόλοιπα… Τί εἴδους πνευματική καθοδήγησι προσφέρει ἡ αἵρεσι;»

«Ἦλθαν κάποιοι στόν ἀββᾶ Κυριακό, τόν πρεσβύτερο τῆς Λαύρας τοῦ Καλαμῶνος, πού βρίσκεται στόν ἅγιο Ἰορδάνη καί τούς διηγήθηκε ὁ γέροντας τά ἑξῆς: μιά μέρα συνέβη νά δῶ στόν ὕπνο μου κάποια γυναῖκα σεμνοπρεπῆ, ντυμένη στήν πορφύρα καί μαζί της δύο ἄνδρες ἱεροπρεπεῖς καί ἐνδόξους, νά στέκωνται ἔξω ἀπό τό κελλί μου· ἐγώ κατάλαβα ὅτι ἡ μέν γυναῖκα εἶναι ἡ δέσποινα Κυρία Θεοτόκος, οἱ δέ ἄνδρες πού ἦταν μαζί της ἦταν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καί Βαπτιστής καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ἀφοῦ, λοιπόν, βγῆκα ἔξω, τήν παρακαλοῦσα νά εἰσέλθη καί νά κάνη εὐχή στό κελλί μου, αὐτή, ὅμως, δέν συγκατένευσε. Ἔμεινα, λοιπόν, γιά πολλή ὥρα παρακαλώντας την καί λέγοντας: “ἄς μή φύγω ταπεινωμένος καί καταντροπιασμένος” καί ἄλλα πολλά. Καθώς δέ μέ εἶδε νά ἐντείνω τή δέησι, μοῦ ἀποκρίθηκε λέγοντας: “ἔχεις μέσα στό κελλί σου τόν ἐχθρό μου καί θέλεις νά μπῶ;”, καί, ἀφοῦ εἶπε αὐτό, ἔφυγε. Καί ἐγώ, ἀφοῦ σηκώθηκα ἀπό τόν ὕπνο, ἄρχισα νά θλίβωμαι καί νά βάζω μέ τό νοῦ μου, “μήπως, ἄραγε, ἁμάρτησα μέ τή σκέψι μου ἐνώπιόν της; Διότι δέν ἔχω κανένα στό κελλί μου· εἶμαι μόνος μου”. Ἀφοῦ, λοιπόν, ἐρεύνησα γιά ἀρκετή ὥρα, δέν βρῆκα τόν ἑαυτό μου νά ἔχη ἁμαρτήσει σ᾽ αὐτήν· καθώς δέ εἶδα νά κατατρώγωμαι ἀπό τήν πολλή λύπη, σηκώθηκα καί πῆρα ἕνα βιβλίο νά διαβάσω, μήπως μέ τήν ἀνάγνωσι ἀποβάλω τή λύπη καί τούς λογισμούς. Καί γιά βιβλίο πῆρα αὐτό τοῦ μακαρίου Ἡσυχίου, τοῦ πρεσβυτέρου τῶν Ἱεροσολύμων. Καί καθώς ἄνοιξα τό βιβλίο, βρίσκω δύο λόγους τοῦ δυσσεβοῦς Νεστορίου γραμμένους στό τέλος του. Καί ἀμέσως κατάλαβα ὅτι αὐτοί εἶναι ὁ ἐχθρός τῆς ἁγίας μας Δέσποινας Θεοτόκου. Τότε, ἀφοῦ σηκώθηκα, πῆγα καί ἐπέστρεψα τό βιβλίο σ᾽ αὐτόν πού μοῦ τό εἶχε δώσει λέγοντάς του: “πάρ᾽ το, ἀδελφέ· περισσότερο ζημιώθηκα παρά ὠφελήθηκα ἀπό αὐτό”. Καί ὅταν αὐτός ζήτησε νά μάθη τή ζημία, τοῦ διηγήθηκα τά συμβάντα. Καί αὐτός, ἀφοῦ ἔσχισε τούς δύο λόγους τοῦ Νεστορίου, τούς ἔβαλε στή φωτιά λέγοντας “δέν θά παραμείνη στό κελλί μου ὁ ἐχθρός τῆς ἁγίας δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου”»(Μ, 108).

«Τό εἶπε καί ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός στόν αὐτοκράτορα:

—Βασιλιά μου, εἶπε, ἄν παρουσιασθῆ στό κράτος σου κάποιος παραχαράκτης καί κάνη κίβδηλα νομίσματα, τί θά κάνης;

—Θά τόν κρεμάσω, ἀπάντησε.

—Ὥστε σύ θά κρεμάσης αὐτόν πού κάνει κίβδηλα νομίσματα. Καί τί λόγο θά δώσω ἐγώ στό Θεό, ὅταν ἀφήσω νά γίνη κίβδηλο νόμισμα ἡ ἁγία μας Ὀρθοδοξία;»(στό: ΟΠ, 64).

«Κλήθηκε κάποτε ἀπ’ τήν Ἱ. Κοινότητα τοῦ Ἁγ. Ὄρους, γιά νά συζητήση δογματικά ζητήματα μέ παπικούς, οἱ ὁποῖοι ἦρθαν γι’ αὐτό στό Ἅγ. Ὄρος. Ἐμφανίσθηκε ρακοφόρος καί τσαρουχοφόρος, ὅπως πάντοτε, ὥστε οἱ παπικοί νά διαμαρτυρηθοῦν γιά τήν προσβολή ἀπό μέρους τῆς Κοινότητος. Μέ τίς ἐξηγήσεις πού δόθηκαν ἄρχισε συζήτησι. Κάθε λέξι τοῦ θεοφωτίστου Διδασκάλου πρηστήριος κεραυνός στά παπικά φρύγανα καί πλήρης στοματική φραγή. Οἱ συζητητές του κλονίσθηκαν, αἰσθάνθηκαν τήν ἧττα τους, ἀλλά σιώπησαν αἰσχυνόμενοι. Τραπέντες σέ φυγή οἱ κόρακες κρώζουν τήν ἐρώτησι: “Ὑπάρχουν καί ἄλλοι στόν Ἄθω ὅμοιοι μέ τό συνομιλητή μας;”. Ἡ ἐρώτησι ἀπευθύνεται πρός τήν παρισταμένη Ἰ. Κοινότητα, ἀλλά προλαμβάνει καί δίνει τήν ἀπάντησι “τό ἔκτρωμα”, ὅπως ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του πάντοτε: “Εἶναι πλῆθος καί ἐγώ εἶμαι ὁ τελευταῖος…”».

«Ὁ π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος σατίριζε πολλές φορές τίς σωματικές του ἀδυναμίες καί ἀτέλειες καί τό λιγοστό του φῶς, χωρίς γογγυσμό, χωρίς παράπονο, μ᾽ ἕνα τέτοιο τρόπο πού σ᾽ ἔκανε νά τά χάνης μέ τό χαριτωμένο λεξιλόγιο τό ὁποῖο χρησιμοποιοῦσε γιά τόν ἑαυτό του. Κάποτε εἴχαμε πάει στό Νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν, τό Κ.Α.Τ., γιά νά ἐπισκεφθῆ ἕνα πρώην “μάρτυρα τοῦ Ἰεχωβᾶ”, συνομήλικό μας περίπου, ὁ ὁποῖος εἶχε πολεμήσει τόν π. Ἀντώνιο δεκαετίες ὁλόκληρες μέ πολύ φανατισμό καί μεγάλο πεῖσμα. Θυμᾶμαι τή συγκινητικότατη σκηνή τῆς πρώτης αὐτῆς συναντήσεως, γιατί ἀκολούθησαν καί ἄλλες. Δέν γνωρίζονταν καί, ὅταν ὁ π. Ἀντώνιος τοῦ εἶπε τό ὄνομά του, ἅπλωσαν καί οἱ δύο τά χέρια τους, καί, κρατώντας τα σφικτά, ἔκλαιγαν καί οἱ δύο σιωπηλά γιά πολύ ὥρα.

Μείναμε στό Νοσοκομεῖο ἀρκετές ὧρες. Δυστυχῶς δέν προνόησα νά ἠχογραφήσω μέ κάποιο τρόπο, ἔστω καί συνωμοτικό, αὐτές τίς ἀνεπανάληπτες συνομιλίες του μέ πλανεμένους ἀδελφούς. Θά ἦταν ἕνα πολυτιμότατο ὑλικό σέ ὅσους ἔχουν ἀναλάβει ἤ θ᾽ ἀναλάβουν στό μέλλον νά προσφέρουν ποιμαντική βοήθεια στά θύματα τῶν αἱρέσεων.

Σέ μιά στιγμή ἀκούω τόν ἄρρωστο νά τοῦ λέει:

—Γέροντα, ἄν μοῦ ἔλεγε παλαιότερα ἡ Σκοπιά νά σέ φάω, θά σ᾽ ἔτρωγα εὐχαρίστως.

Καί ὁ π. Ἀντώνιος τοῦ ἀπάντησε γελώντας:

—Καϋμένε μου τί θά ἔτρωγες ἀπό μένα! Ἕνα μάτσο κόκκαλα εἶμαι. Ἐκτός ἄν μ᾽ ἔκανες σοῦπα κι ἔπινες τό ζουμί μου.

Καί γέλασε πιό πολύ μ᾽ ἐκεῖνο τό γνώριμο σ᾽ ἐμᾶς τρόπο, πού ἀνατάραζε ἐλαφρά τό ἀσθενικό του στῆθος. Γελάσαμε κι ἐμεῖς ὅσοι βρισκόμασθαν στό θάλαμο καί κοιτάζαμε μέ δέος αὐτό τό ἀδύνατο σῶμα πού δούλευε ἀκατάπαυστα μέρα-νύκτα»

Ἀναφέρει ὁ Ἐπίσκοπος Μαδαγασκάρης Νεκτάριος: «Στό χωριό Ἀμπουτραμανέσι, στά βορειοδυτικά τοῦ νησιοῦ [τῆς Μαδαγασκάρης] ἔξω ἀπ᾽ τήν πόλι τῆς Ματσούγκας, πού ἦταν καί τό πρῶτο πού δέχθηκε τήν Ὀρθοδοξία, εἶχαν πάει ἀπ᾽ τήν Ἀμερική κάποιοι Βαπτιστές (προτεσταντική παραφυάδα). Εἶχαν κάποιο διερμηνέα μαζί τους καί, ὅταν εἶδαν ὅτι δέν ὑπῆρχε ναός ἐκεῖ, σταμάτησαν γιά τρεῖς ἡμέρες. Οἱ ἰθαγενεῖς, ὅμως, ἦταν κατηχούμενοι Ὀρθόδοξοι. Τούς εἶπαν οἱ Βαπτιστές:

—Δέν ἔχετε ἐκκλησία, οὔτε σχολεῖο. Ἐμεῖς, ἄν γίνετε Βαπτιστές, θά σᾶς κτίσουμε καί σχολεῖο καί ἐκκλησία.

Οἱ κάτοικοι ἀντέδρασαν κι ἔστειλαν τόν πρόεδρο τοῦ χωριοῦ νά τούς διώξη. Τούς εἶπαν:

—Οὔτε χρήματα θέλουμε, οὔτε ἐκκλησία νά μᾶς κτίσετε, οὔτε σχολεῖο, γιατί ἐμεῖς εἴμασθε Ὀρθόδοξοι καί θά μείνουμε Ὀρθόδοξοι.

Ἦταν πάνω ἀπό χρόνο κατηχούμενοι, διότι δέν βαπτίζω γρήγορα. Οὔτε τούς εἶχα δώσει ποτέ καραμέλες, ροῦχα κλπ.. Ἤμασθαν στήν ἀρχή καί δέν εἶχαν τίποτε, οὔτε κἄν ναό. Κι, ὅμως, ἔμειναν πιστοί!».

«Τά φάρμακα τά ὁποῖα συνέστησε ὁ Κύριος, καί τά ὁποῖα μέσα στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία προσφέρονται ἀπολύτως γνήσια, ἔξω ἀπό τήν μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία νοθεύονται. Ἄς πάρουμε ὡς παράδειγμα τό μυστήριο τῆς μετανοίας. Φάρμακο εἶναι ἡ μετάνοια. Φάρμακο δοκιμασμένο σέ μυριάδες περιπτώσεις ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. Ἀλλά τό φάρμακο αὐτό, τό ὁποῖο παρασκευάζει ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, φάρμακο πού ἀντλεῖ τή δύναμί του ἀπό τόν ἀστείρευτο ποταμό τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἔχει ὑποστῆ ἀλλοίωσι. Τό νόθευσαν οἱ ἑτερόδοξοι. Οἱ μέν προτεστάντες ἀναγνωρίζουν μόνο τήν ἐσωτερική συντριβή τοῦ ἀνθρώπου ὡς στοιχεῖο τῆς μετανοίας καί ἔχουν καταργήσει τήν ἐξομολόγησι μπροστά σέ πνευματικό πατέρα. Οἱ δέ παπικοί, ἀφοῦ ἔκλεισαν τόν πνευματικό πατέρα μέσα σέ εἰδικά ἐξομολογητήρια κι ἀφοῦ τόν ἔκαναν ἀθέατο στόν ἐξομολογούμενο, κατήντησαν τήν πρᾶξι τῆς ἐξομολογήσεως ἀψυχολόγητη, ψυχρή, τυπική, μηχανική. Ἐνῶ στήν Ὀρθοδοξία τό μυστήριο διατήρησε καί τήν ἐσωτερική καί τήν ἐξωτερική του μορφή. Αὐτός πού μετανοεῖ, θρηνεῖ γιά τά ἁμαρτήματά του, συντρίβει μέ τήν ἱερά κατάνυξι τήν πέτρινη καρδιά του, ἀλλά δέν περιορίζεται στά ἐσωτερικά του συναισθήματα. Τρέχει καί βρίσκει τόν πνευματικό πατέρα, στόν ὁποῖο ὁ Κύριος ἔδωσε τήν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καί λύειν ἁμαρτίες, ταπεινώνεται καί ἐξομολογεῖται σ᾽ αὐτόν πρόσωπο πρός πρόσωπο, ὅπως θά ἐξομολογεῖτο μπροστά στόν Ἰησοῦ Χριστό, καί ἔτσι παίρνει τή διαβεβαίωσι ὅτι οἱ ἁμαρτίες του συγχωρέθηκαν. Τέλειο τό μυστήριο στήν Ὀρθοδοξία. Τό φάρμακο προσφέρεται γνήσιο καί σέ ὅλη τήν πληρότητά του, καί δρᾶ μέ ἀσφάλεια καί μέ ὅλη τήν ἀποτελεσματικότητα, ἐφόσον, ἐννοεῖται, αὐτός πού προστρέχει στό μυστήριο συμμορφώνεται μέ τίς ὑποδείξεις τοῦ πνευματικοῦ-ἰατροῦ».

«Πέρυσι ἦλθε στό μοναστήρι μας ἕνας πολύ ψηλά ἱστάμενος Εὐρωπαῖος. Κουβεντιάσαμε μ᾽ ἐγκαρδιότητα. Κάποια στιγμή τόν ρώτησα:

—Τί ἤλθατε νά κάνετε σέ μᾶς τούς ἁπλούς καλογήρους ἐσεῖς, ἕνας διάσημος ἄνθρωπος, τή στιγμή κατά τήν ὁποία δέν εἴμασθε καί τίποτε σπουδαῖο…

Μοῦ ἀπάντησε ἀφοπλιστικά:

—Σεῖς πάτερ, μπορεῖ νά μήν εἶσθε κάτι τό σπουδαῖο, ὅπως λέτε. Ὅμως, ζῆτε σ᾽ ἕνα σπουδαῖο χῶρο κι ἔχετε ἕνα σπουδαῖο θησαυρό, τήν Ὀρθοδοξία!

Ἐγώ σκόπιμα ἐπέμεινα στόν ἴδιο ρυθμό, λέγοντάς του:

—Τί μπορεῖ ἕνας τόσο προβεβλημένος ἄνθρωπος νά περιμένη ἀπ᾽ τήν Ὀρθοδοξία;

Στή συζήτησι ἦταν τέσσερεις-πέντε πατέρες. Μᾶς κοίταξε στά μάτια ἕναν-ἕναν καί εἶπε:

—Ἀκοῦστε, πατέρες· θά σᾶς πῶ κάτι τό ἐξομολογητικό: Σήμερα κι οἱ δύο τρόποι ἐκφράσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ στή δύσι, μᾶς ἔχουν κουράσει. Τόσο ὁ ρωμαιοκαθολικισμός μέ τό νομικίστικο πνεῦμα του, ὅσο κι ὁ προτεσταντισμός μέ τή σκληρή λογική του, μᾶς τσάκισαν. Θέλουμε καί καρδιά κι ἐλευθερία! Αὐτά τά στοιχεῖα, τά ἔχετε στήν Ὀρθοδοξία. Ἴσως νά μήν τό καταλαβαίνετε. Ἐμεῖς, ἀπ᾽ ἔξω, τό καταλαβαίνουμε πολύ καλά».

«Πόσο ἐπικίνδυνοι εἶναι οἱ Χιλιαστές

Πράος κι εὐγενικός. Κατήγορος τῶν Ὀρθοδόξων καί ὑμνητής τῶν ὁμοφρόνων του σέ θέματα ἠθικῆς. Αὐτή εἶναι μέ ἁδρές πινελιές ἡ εἰκόνα τοῦ χιλιαστῆ: Ἑλκυστική γι᾽ αὐτούς πού μένουν μόνο στήν ἐπιφάνεια. Μέ τόν τονισμό τῆς ἠθικῆς μπαίνει σέ δεύτερη μοῖρα ἡ πίστι, καί ἀπομακρύνονται ἀπ᾽ τήν Ὀρθοδοξία ἀρκετοί ἀμαθεῖς. Αὐτό εἶναι πού μᾶς ἀναγκάζει νά ἐξετάσουμε τή σχέσι τοῦ ἤθους πρός τήν πίστι.

Πίστι καί ἦθος

Κατ᾽ ἀρχήν δέν γνωρίζουμε ἄν ἡ εὐγένεια καί ἡ ἀοργησία τους εἶναι πραγματική ἤ ὑποκριτική. Ἄς δεχθοῦμε ὅτι δέν ὑποκρίνονται. Αὐτό, ὅμως, δέν σημαίνει κατ᾽ ἀνάγκην ὅτι εἶναι ἐντάξει σ᾽ ὅλο τό φάσμα τῆς ἠθικῆς. Ἀποκλείεται νά μήν ἁμαρτάνουν καθόλου ἀφοῦ “κανένας δέν θά μείνη καθαρός ἀπ᾽ τή βρωμιά (τῆς ἁμαρτίας), ἀκόμα κι ἄν ὅλη του ἡ ζωή στή γῆ διαρκέση μιά μέρα (μόνο)”(Ἰώβ 14, 4-5)· ἐπίσης, “ἄν ποῦμε ὅτι δέν ἔχουμε ἁμαρτία… ἡ ἀλήθεια δέν ὑπάρχει μέσα μας”(Α´ Ἰω 1, 8). Ἀλλά κι ἄν ὁρισμένοι χιλιαστές εἶναι πράγματι ἠθικά πιό ἄψογοι ἀπό πολλούς Ὀρθοδόξους, αὐτό δέν ἀποτελεῖ ἀπόδειξι ὅτι καί ἡ πίστι τους εἶναι ὀρθή. Τό ἀντίθετο μάλιστα: Ὁ διάβολος ὅταν ἐπιφέρη καίριο πλῆγμα στόν ἄνθρωπο (ὅπως πτῶσι σέ αἵρεσι ἤ προσχώρησι σέ ἄλλη θρησκεία) δέν τοῦ ἐπιτίθεται πλέον σφοδρά σέ θέματα ἠθικῆς. Ὅπως λέει ὁ Χρυσόστομος, ὁ κλέφτης δέν πάει νά κλέψη στόν ἀχυρῶνα, ἀλλά στό χρυσοχοεῖο. Ἔτσι καί ὁ διάβολος· θέλει τό πολυτιμότερο, τήν πίστι. Γι᾽ αὐτό κτυπᾶ τούς Ὀρθοδόξους. Στούς χιλιαστές, ὅπου ἔχει ἁρπάξει τήν ὀρθή πίστι, δέν “σπαταλᾶ δυνάμεις” στό ἠθικό πεδίο, γι᾽ αὐτό καί παρουσιάζονται μερικές φορές πιό ἠθικοί.

Ἀλάνθαστο κριτήριο, λοιπόν, τοῦ ὅτι κάποιος ἀκολουθεῖ τήν ὀρθή πίστι καί τόν σκεπάζει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὅτι τόν πειράζει συνεχῶς ὁ διάβολος. Ὅπου ἀπουσιάζει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ (καί αὐτό συμβαίνει κυρίως ὅπου ὑπάρχει ἀλλοίωσι στήν πίστι), ἐκεῖ ἀπουσιάζει καί ὁ πειρασμός. Αὐτό φαίνεται ὁλοκάθαρα στό ἑξῆς περιστατικό: Ρώτησε κάποτε ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος ἕναν πλούσιο, στό σπίτι τοῦ ὁποίου φιλοξενήθηκε, ἄν εἶχε δοκιμάσει ποτέ θλῖψι στή ζωή του. Στήν ἀρνητική ἀπάντησι τοῦ οἰκοδεσπότη, ὁ ἅγιος ἀνησύχησε καί ἀναχώρησε ἀμέσως μαζί μέ τή συνοδεία του. Δέν πρόλαβαν νά ἀπομακρυνθοῦν πολύ καί τό σπίτι ἔπεσε ἀπό σεισμό. Αἰτιολογώντας τήν ἐσπευσμένη ἀναχώρησί τους, εἶπε ὁ ἐπίσκοπος: Θά ξεσποῦσε ὁπωσδήποτε ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἡ Χάρις Του εἶχε ἀπομακρυνθῆ. Κι αὐτό φαινόταν ἀπ᾽ τήν παντελῆ ἔλλειψι πειρασμῶν (Συναξαριστής).

Ὑπάρχει, ὅμως, κι ἕνας ἄλλος λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ διάβολος δέν πειράζει πολύ τούς χιλιαστές στόν ἠθικό τομέα. Ἄν τό ἔκανε αὐτό, τό κήρυγμά τους δέν θά γινόταν εὔκολα ἀποδεκτό, κι ἔτσι δέν θά μποροῦσε αὐτός ν᾽ ἀγρεύση ψυχές. Μέ τήν εὐγενική τους, ὅμως, συμπεριφορά, ἀποκομίζει ὀφέλη.

Καιρός τώρα εἶναι νά ποῦμε, γιά ποιό λόγο ἡ πτῶσι σέ θέματα πίστεως (ὅπως τῶν χιλιαστῶν) εἶναι βαρύτερη ἀπ᾽ τήν ἠθική πτῶσι. Αὐτό συμβαίνει διότι α) ἐνῶ ἡ ἁμαρτία στόν ἠθικό τομέα ἀποτελεῖ παράβασι τοῦ Ν ό μ ο υ τοῦ Θεοῦ, ἡ πτῶσι στήν πίστι εἶναι περιφρόνησι τοῦ ἴδιου τοῦ Θ ε ο ῦ β) ἡ πίστι εἶναι ὅ,τι πολυτιμότερο στόν ἄνθρωπο. Ὅπως εἶναι γνωστό, κανένας αἱρεσιάρχης δέν μετενόησε ποτέ, ἐνῶ “οἱ τελῶνες καί οἱ πόρνες” μετανοοῦν καί εἰσέρχονται στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ (Μθ 21, 31). Αὐτό σημαίνει ὅτι τά τραύματα στήν πίστι εἶναι πιό καίρια καί πιό δυσθεράπευτα, ὅπως λέει καί ὁ Γρηγόριος Νύσσης, ἀπό τά τραύματα ἠθικῆς. Καίρια τραύματα, ὅμως, ἐπιφέρονται σέ καίρια σημεῖα. Ἄρα τό σπουδαιότερο στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ πίστι, γ) ἐνῶ ἡ πτῶσι πίστεως συνυπάρχει πάντα μέ τίς ἠθικές πτώσεις τό ἀντίθετο δέν συμβαίνει πάντα. Εἴμασθε μέν ὅλοι ἁμαρτωλοί (Ρμ 3, 23), ἀλλά δέν ἔχουμε ὅλοι πτῶσι στήν πίστι (αἵρεσι, ἀλλοδοξία κ.τ.ὅ.). Ὑπάρχουν τόσοι ἄνθρωποι, πού διατήρησαν τήν ὀρθή πίστι μέχρι τό θάνατό τους.

Μέ τούς χιλιαστές, λοιπόν, ἔχουμε κάτι κοινό: τίς ἠθικές πτώσεις (ἕνα κακό), ἀλλά καί μία βασική διαφορά: αὐτοί χωλαίνουν κ α ί σέ θέματα πίστεως (δύο κακά), ἐνώ ἐμεῖς ὄχι (δέν ἔχουμε ἀλλοιώσει κ α θ ό λ ο υ τήν πίστι τήν ὁποία παραλάβαμε ἀπό τήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων). Ἐξάλλου ἐμεῖς λυτρωνόμασθε ἀπ᾽ τήν ἁμαρτία μέ τήν ἐξομολόγησι στούς ἐντεταλμένους γιά τό ἔργο τῆς ἀφέσεως (Μθ 18, 18· Ἰω 20, 23).

Ὡς πρός τά καλά ἔργα, τέλος, πρέπει νά τονίσουμε τό ἑξῆς: Εἶναι μέν ἀναγκαῖα γιά τή σωτηρία, ἀλλά ὄχι καί ἐπαρκῆ. Ἀπαιτεῖται καί ἐπιστέγασμα: ἡ ὀρθή πίστι στό Χριστό (περίπτωσι Κορνηλίου —Πρξ. κεφ. 10). Τρία, λοιπόν, πλεονεκτήματα ἔχουν οἱ Ὀρθόδοξοι: τήν ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἁμαρτία (ἐξομολόγησι), τήν ἐκτέλεσι καλῶν πράξεων, καί τή διατήρησι τῆς ὀρθῆς πίστεως.

Χιλιαστές καί Ἁγ. Γραφή

Οἱ χιλιαστές ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ πίστι τους βασίζεται στήν Ἁγία Γραφή. Γιά νά κρίνουμε, λοιπόν, τήν πίστι τους πρέπει νά ἐξετάσουμε τήν τοποθέτησί τους ἀπέναντι στήν Ἁγ. Γραφή κι ἄν ἀποδειχθῆ ὅτι εἶναι λανθασμένη, τότε θά καταρρεύση ὅλο τό οἰκοδόμημα τῆς πίστεώς τους.

Ἄς ἀναφέρουμε πρῶτα μερικά ἱστορικά στοιχεῖα: Ἡ Ἐκκλησία προϋπῆρξε τῆς Κ. Διαθήκης ὡς συγγράμματος, ἀφοῦ τά πρῶτα βιβλία τῆς Κ.Δ. γράφθηκαν 30 περίπου χρόνια μετά τήν Πεντηκοστή. Ὥς τότε ἡ Ἐκκλησία τρεφόταν μέ τό θεόπνευστο προφορικό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, τό ὁποῖο ἐν ὄψει τοῦ θανάτου τους ἄρχισε σιγά-σιγά νά καταγράφεται. Ἐπειδή, ὅμως, ἐμφανίσθηκαν καί αἱρετικά ἤ ἄλλα συγγράμματα, ἀναγκάσθηκε ἡ Ἐκκλησία, πού εἶναι “στύλος καί θεμέλιο τῆς ἀληθείας”(Α´ Τιμ 3, 15) μέ τήν ἐπιτήρησι τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, τό ὁποῖο “ὁδηγεῖ σέ ὅλη τήν ἀλήθεια”(πρβλ Ἰω 16, 13), νά ξεχωρίση ποιά βιβλία εἶναι θεόπνευστα, ὄχι μόνο ὅσον ἀφορᾶ τήν Κ. Διαθήκη ἀλλά καί τήν Παλαιά. Ἐπιπλέον καθοδηγεῖ στήν ὀρθή ἑρμηνεία τους. Τά ἀποτελέσματα τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Κανόνος τῆς Ἁγ. Γραφῆς, καθώς καί οἱ ὀρθές ἑρμηνεῖες τῶν βιβλίων της, ἔγιναν πλέον κτῆμα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, καί μεταδίδονταν ἀπ᾽ τή μία γενεά στήν ἄλλη μέ τήν ἀδιάσπαστη ἀποστολική διαδοχή.

Ὅποιος, λοιπόν, ἐρευνήσει τήν ἱστορία τῆς ἑρμηνείας τῆς Ἁγ. Γραφῆς θά διαπιστώση ὅτι ὅ π ο ι α βιβλία χρησιμοποιοῦσαν οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας ἀπ᾽ τούς ἀποστολικούς χρόνους, τά χρησιμοποιοῦμε καί ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι σήμερα, ὅ π ω ς τά ἑρμήνευαν, τά ἑρμηνεύουμε καί ἐπιπλέον κατέχουμε κ α ί τήν προφορική παράδοσι τῶν Ἀποστόλων. Διατηροῦμε ἀπ᾽ τούς ἀποστολικούς χρόνους μέχρι σήμερα ὅλα τά χαρακτηριστικά τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτά παρουσιάζονται στή Γραφή.

Οἱ χιλιαστές, ἀπ᾽ τήν ἄλλη πλευρά, δέν ἀποτελοῦν τήν Ἐκκλησία, διότι δέν παρουσιάζουν τ ο υ λ ά χ ι σ τ ο ν ἕνα χαρακτηριστικό της: τή συνεχῆ ὕπαρξι. Ἐμφανίσθηκαν τό 19ο αἰ., ὁπότε μένει ἀναπάντητο ἀπ᾽ αὐτούς τό ἐρώτημα ποιοί ἀνῆκαν στό Χριστό καί μέ ποιούς ἦταν ὁ Χριστός μέχρι τότε, ἀφοῦ ὁ ἴδιος εἶπε “εἶμαι μαζί σας (=τά μέλη Του) π ά σ α ς τ ά ς ἡ μ έ ρ α ς”(Μθ 28 , 20). Ὑπάρχουν, βέβαια, σποραδικά ψήγματα θέσεών τους στή διάρκεια τῶν 20 αἰ. μ.Χ., ἀλλά ποτέ μέχρι τό 19ο αἰ. δέν ἐμφανίσθηκε σάν σ ύ ν ο λ ο τό σύστημα τῶν κακοδοξιῶν τους. Ἱστορικά, λοιπόν, δέν διαπιστώνεται ἡ συνεχής παρουσία τῶν χιλιαστῶν, ἐκτός ἄν ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχη μόνο ὅταν ἐμφανίζωνται οἱ θέσεις τους, δηλαδή, διακεκομμένα, ὁπότε θά μοιάζη μέ τόν ἀτμό πού “φαίνεται λίγες στιγμές, ἀφανίζεται”(πρβλ Ἰακ 4, 14) καί ἐπανεμφανίζεται!!!

Ἀβίαστο συμπέρασμα τῶν παραπάνω εἶναι τό ἑξῆς: Οἱ χιλιαστές δέν μποροῦν νά ἐπικαλοῦνται τή Γραφή διότι δέν ὑπάρχει κανείς νά τούς βεβαιώση ὅτι αὐτό τό ὁποῖο κρατοῦν στά χέρια τους, εἶναι πραγματικά ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἔγραψαν οἱ θεόπνευστοι συγγραφεῖς, ἤ ὅτι οἱ ἑρμηνεῖες τους εἶναι σωστές. Ἡ Γραφή εἶναι βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας καί μόνο τά μέλη της μποροῦν νά τή χρησιμοποιοῦν.

Παρόλα αὐτά τή χρησιμοποιοῦν καί οἱ χιλιαστές. Ἄς δοῦμε, ὅμως, πῶς: α) στίς μεταφράσεις παραποιοῦν τό κείμενο, β) παρουσιάζουν κατά καιρούς ἀντιφατικές ἑρμηνεῖες γιά τό ἴδιο χωρίο. Θά δώσουμε ἕνα παράδειγμα ἀπό κάθε περίπτωσι: α) Μεταφράζοντας ἡ Σκοπιά (15/12/74 σελ. 755) τό Κολ 3, 13, γράφει: “Καθώς καί ὁ Ἰεχωβᾶ συνεχώρησεν εἰς σᾶς”. Ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὅμως, δέν γράφει “Ἰεχωβᾶ” ἀλλά “Χριστός”. Ἀλλοίωσαν, λοιπόν, τό κείμενο. Ἐκτός ἄν δεχθοῦμε ὅτι ἐδῶ δέν μεταφράζουν, ἀλλά ἑρμηνεύουν· ὅτι σκέφθηκαν, δηλαδή: “ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι Ἰεχωβᾶ=Θεός”. Στήν περίπτωσι αὐτή, ὅμως, ὀφείλουν καί νά Τόν λατρεύουν ὡς Θεό (αὐτοί Τόν θεωροῦν κτίσμα). β) Ὡς πρός τήν ταυτότητα τοῦ “καθημένου ἐπί τόν λευκόν ἵππον”(Ἀπκ 6, 2)· παρουσιάζουν ἀντιφατικές θέσεις. Ἄλλοτε λένε ὅτι πρόκειται γιά τόν ἀντιπρόσωπο τοῦ σατανᾶ (Γραφικές Μελέτες Ζ´ 128) καί ἄλλοτε ὅτι ἐξεικονίζει τό Χριστό (Ἀπό τόν ἀπολεσθέντα… 182)! Περιττό νά τονίσουμε ὅτι ὅπου ἐμφανίζονται ἀντιφατικές ἑρμηνεῖες γιά τό ἴδιο χωρίο, ἐμπνευστής καί τῶν δύο δέν μπορεῖ νά εἶναι ὁ Χριστός.

Καλό εἶναι νά ἀναφέρουμε ἐδῶ τούς κινδύνους πού ὑποκρύπτονται στήν ἄκριτη προσπάθεια ἑρμηνείας. Εἶπε ἕνας γέροντας: “Ἄν κάποιος προσπαθήση νά ἑρμηνεύση ἕνα χωρίο τῆς Γραφῆς πρίν νά φθάση σέ ὕψος ἀρετῆς, καί χωρίς νά καθοδηγῆται ἀπό τό Θεό, τοῦ τό παρουσιάζουν οἱ δαίμονες ὅπως θέλουν, γιά νά τόν ρίξουν ἤ σέ αἵρεσι (μέ λάθος ἑρμηνεία) ἤ σέ ὑπερηφάνεια (μέ σωστή ἑρμηνεία)”(Γεροντικό). Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἀποφεύγουμε καί τούς δύο αὐτούς κινδύνους ἀσπαζόμενοι τίς ἑρμηνεῖες τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι καί οἱ μόνες σωστές, διότι αὐτοί πληροῦσαν τίς παραπάνω προϋποθέσεις.

Συμπέρασμα τοῦ κεφαλαίου: Τά θεμέλια τῆς πίστεώς μας εἶναι σταθερότατα, ἐνῶ τῶν Χιλιαστῶν σαθρότατα.

Ἀντιμετώπισι τῶν Χιλιαστῶν

Μέ ὅλα τά παραπάνω ἔγινε νομίζουμε φανερό ὅτι οἱ χιλιαστές ἀποτελοῦν τήν πιό ἐπικίνδυνη ἀπειλή γιά τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει, λοιπόν, ἐμεῖς, τά πιστά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, νά συμπεριφερθοῦμε “συνετά ὅπως τά φίδια”(Μθ 10, 16) γιά νά ὑπερασπισθοῦμε τό πολυτιμότερο πρᾶγμα τό ὁποῖο ἔχουμε, τήν ὀρθόδοξη πίστι μας. Διότι “ἄν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τή ρίζα πού μᾶς τροφοδοτεῖ μέ χυμούς ζωῆς, δηλαδή, ἀπό τή σωστή πίστι στό Χριστό, θά ξεραθοῦμε καί θά εἴμασθε πλέον μόνο γιά κάψιμο”(Μ. Βασίλειος).

Ἡ στάσι μας ἀπέναντι στούς χιλιαστές πρέπει νά συμφωνῆ μέ τή συμβουλή τοῦ Ἀββᾶ Ἡσαΐα, πού ἐφαρμόζεται πλήρως καί σ᾽ αὐτούς: “Ἀδελφέ, φύλαξε τόν ἑαυτό σου νά μή συνομιλῆς μέ αἱρετικούς, ἐπιθυμώντας νά τούς στηρίξης στήν πίστι, μήπως τό δηλητήριο τῶν θανατηφόρων λόγων τους σέ τραυματίση· οὔτε βιβλίο τους νά θελήσης νά διαβάσης, μήπως θανατώσης τήν ψυχή σου”(Εὐεργετινός). Τά παραπάνω μποροῦν νά γίνωνται μόνο ἀπό εἰδικά ἐκπαιδευμένους κληρικούς καί λαϊκούς. Αὐτό, βέβαια, δέν σημαίνει ὅτι ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι πρέπει νά ἐπαναπαυώμασθε καί νά μήν ἐνημερωνώμασθε σέ θέματα πίστεως. Ἔχουμε καθῆκον νά τό κάνουμε ἀλλά γιά μᾶς. Γιά νά στερεωθοῦμε καί νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ πίστι μας εἶναι ἡ μόνη ὀρθή. Γι᾽ αὐτό τό σκοπό πρέπει νά παρακολουθοῦμε ἀνελλιπῶς τίς ἀντιχιλιαστικές συναντήσεις τίς ὁποῖες διοργανώνει ἡ Ἐκκλησία μας, ἤ νά διαβάζουμε τά πολλά καί καλά ἀντιχιλιαστικά βιβλία, πού, δόξα τῷ Θεῷ, ἔχουν ἐκδοθῆ.

Καμμία συζήτησι, λοιπόν, μέ τούς χιλιαστές. Ἄν, ὅμως, συμβῆ κάποτε νά μπλεχθῆς, ἀγαπητέ ἀναγνώστη, σέ τέτοια συζήτησι καί διαπιστώσης ὅτι δέν μπορεῖς νά ἀντικρούσης τίς θέσεις τους, μή θορυβηθῆς. “Ἡ πίστι σου ἄς παραμείνει ἀκλόνητη”(Κύριλλος Ἱερ.). Σταμάτησε ἀμέσως τή συζήτησι καί τρέξε στό ἰατρεῖο: τήν Ἐκκλησία. Βρές μέ ταπείνωσι τόν ἁρμόδιο καί παρουσίασέ του τίς ἀμφιβολίες τίς ὁποῖες σοῦ προκάλεσαν οἱ χιλιαστές. Αὐτός μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ θά σοῦ ἀποδείξη ὅτι σοῦ παρουσίασαν χωρία τῆς Γραφῆς ὅπως τούς συνέφεραν. Θά πεισθῆς μέ τή συζήτησι ὅτι ἡ πατροπαράδοτη Ὀρθόδοξη πίστι σου εἶναι ἡ μόνο ὀρθή.

Πρέπει, ὅμως, νά ὑπάρξη καί συνειδητή βίωσι τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ὄχι μόνο νά μάθουμε γιά τό Θεό, ἀλλά νά ζήσουμε μέ τό Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ σπουδαιότερη ἀπόδειξι ὅτι ἡ πίστι μας εἶναι ἡ μόνη ὀρθή. Ὅταν συμμετέχουμε συχνά καί συνειδητά στή μυστηριακή καί λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας (ἐξομολόγησι, θ. Κοινωνία, ἐκκλησιασμό κλπ.), ἡ κακοδοξία τῶν χιλιαστῶν δέν μπορεῖ νά βρῆ πρόσφορο ἔδαφος μέσα μας.

Καί μιά εἰδικότερη εὐθύνη τῶν γονέων: Νά μήν ξεχνοῦν ὅτι θά δώσουν λόγο στό Θεό γιά τήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν τους. Ἄς τά ὁδηγοῦν, λοιπόν, στό δικό τους σχολεῖο, τό Κατηχητικό, γιά νά ριζώσουν στήν Ὀρθοδοξία. Πρέπει νά γνωρίζουν οἱ γονεῖς πώς συνειδητοί Ὀρθόδοξοι γίνονται ὅσοι “ἀπό τή βρεφική τους ἡλικία μαθαίνουν τά ἱερά γράμματα”(Β´ Τιμ 3, 15).

Ἐκτός, ὅμως, ἀπό τά καθήκοντα πρός ἐμᾶς, ἔχουμε καί πρός τούς πλανεμένους χιλιαστές ἕνα καθῆκον: Δέν θά μιλᾶμε σ᾽ αὐτούς γιά τό Θεό, ὀφείλουμε, ὅμως, νά μιλᾶμε στό Θεό (δηλ. νά προσευχώμασθε) γι᾽ αὐτούς. Μόνο ἄν ὁ Θεός εὐδοκήση, θά μπορέσουν νά ἀπομακρύνουν τό κάλυμμα τοῦ διαβόλου ἀπ᾽ τά μάτια τῆς ψυχῆς τους καί νά κατανοήσουν ὅτι “δέν εἶναι δυνατή ἡ σωτηρία μέ κανέναν ἄλλο” παρά μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό (Πρξ 4, 12), τόν “ἀληθινό Θεό”(Α´ Ἰω 5, 20). Ἄς εὐχηθοῦμε νά μήν ἀργήση αὐτή ἡ στιγμή».

«Ὁ ἀείμνηστος θεολόγος Ἰάκωβος Μάινας, φίλος καί συμμαθητής τοῦ π. Ἀντωνίου, ἦταν τακτικός ὁμιλητής τῶν Σεμιναρίων μας. Κάποτε μᾶς εἶπε τό ἑξῆς χαριτωμένο: “Ὅταν κάναμε μαζί μέ τόν π. Ἀντώνιο μεταπτυχιακές σπουδές στή Γερμανία, ὁ Γερμανός καθηγητής μας τῆς Πατρολογίας ἐξεδήλωσε τήν ἐπιθυμία νά ἐπισκεφθῆ τήν Ἑλλάδα. Τόν φιλοξενήσαμε κάποιο Καλοκαίρι, τόν πήγαμε νά δῆ μουσεῖα καί ἀρχαιολογικούς τόπους καί ἄλλα ἀξιοθέατα. Ἕνα πρωΐ μᾶς εἶπε ὅτι θέλει νά παρακολουθήση Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία καί μάλιστα, σέ λαϊκή συνοικία. Ὤχ, εἶπα μέσα μου, θά δῆ τή διαφορά ῾στάσεως᾽ τῶν πιστῶν τῆς δικῆς του ἐκκλησίας (προτεσταντικῆς) καί τῆς δικῆς μας καί θά μᾶς τά ψάλη. Πήγαμε μία Κυριακή σέ μία Ἐκκλησία μας καί κατά τήν ἐπιθυμία του σταθήκαμε σέ κάποια στασίδια, ἀπ᾽ τά ὁποῖα μπορούσαμε νά βλέπουμε ὅλο τό Ἐκκλησίασμα. Μέσα στό ναό ἐπικρατοῦσε ἡ συνήθης στούς ναούς μας ῾ἀταξία᾽. Ἄλλοι ἔμπαιναν, ἄναβαν κεριά κι ἔφευγαν, παιδιά ἔτρεχαν ἤ διαμαρτύρονταν στήν ἀγκαλιά τῶν γονέων τους κλπ.. Καμμία σύγκρισι μέ προτεσταντική σύναξι, ὅπου ἐπικρατεῖ ῾νεκρική᾽ ἡσυχία. Τήν ὥρα μάλιστα τῆς Θ. Κοινωνίας, μέ τά μωρά νά κλαῖνε κλπ., μ᾽ ἔπιασε πανικός. Ὅταν τελείωσε ἡ Λειτουργία καί βγήκαμε ἔξω, τόν ρώτησα νά μοῦ πῆ τίς ἐντυπώσεις του, βέβαιος γιά τήν ἀποδοκιμασία του στά ὅσα εἶδε. Ἑὐχαριστήθηκε ἀφάνταστα ἡ ψυχή μου᾽, εἶπε ὁ Γερμανός καθηγητής. Ἑἶδα τή ζωή μέσα στήν Ἐκκλησία, ἐνῶ ἐμεῖς εἴμασθε νεκροί μέσα στούς ναούς μας᾽”».

«Ἕνα πρωϊνό τοῦ μηνός Μαΐου 1994 ἦλθε στήν Ἱεραποστολή μας ἕνας μεσόκοπος ἰθαγενής. Τόν δέχθηκα στό γραφεῖο καί ἐκεῖνος ἄρχισε νά μοῦ διηγῆται τό πρόβλημα πού τόν ἀπασχολοῦσε καί φαινόταν ἀρκετά ἀνήσυχος καί ταραγμένος.

—Πάτερ, ἐγώ ἐργάζομαι στήν ἑταιρεία “Τζεκαμίν” τῶν μεταλλευμάτων. Ἀρρώστησα βαρειά καί οἱ γιατροί δέν μποροῦσαν νά μέ βοηθήσουν. Ἔκανα προσευχή στόν Θεό νά μέ λυπηθῆ.

—Ποιά Ἐκκλησία ἀκολουθεῖς;

—Εἶμαι στήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, πάτερ.

Μιά νύκτα εἶδα στόν ὕπνο μου πολλούς κληρικούς σάν καί ἐσᾶς πού ἦταν ντυμένοι μέ λαμπρά ροῦχα καί λειτουργοῦσαν μέσα σέ μιά Ἐκκλησία, σάν τή δική σας. Ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς μέ πλησίασε καί μοῦ εἶπε: “Ὁ Θεός ἄκουσε τήν προσευχή σου, ἀλλά γιά τή σωτηρία σου θά ᾽λθης στή δική μας Ἐκκλησία. Αὐτή εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή Ἐκκλησία”.

Ἐγώ, πάτερ, δέν ξέρω οὔτε κἄν ἐσᾶς, οὔτε ποιό εἶναι τό ὄνομα τῆς Ἐκκλησίας σας, ἀλλά ἦλθα ἐδῶ, διότι εἶδα στόν ὕπνο μου παπάδες σάν ἐσᾶς μέ ράσα καί γένεια καί ροῦχα λαμπρά. Ρώτησα κι ἄλλους καί μοῦ εἶπαν ὅτι “μόνο οἱ ὀρθόδοξοι ἔχουν γένεια καί φοροῦν τέτοια ροῦχα. Ἡ Ἐκκλησία τους εἶναι στό τάδε μέρος. Ἐκεῖ θά πᾶς”.

Τόν συμβούλευσα, τοῦ ἔδωκα βιβλία καί τοῦ πρότεινα, ἄν θέλη νά ἔρχεται κάθε Κυριακή στήν Ἐκκλησία μας καί στίς κατηχήσεις. Ἔκτοτε ἔγινε πιστό μέλος τῆς ἐκκλησίας μας».

«Ἡ ἴδια ἡ Γραφή μᾶς βεβαιώνει γιά τό θεῖο κῦρος της, λέγουν αἱρετικοί καί παραπέμπουν στό χωρίο Β´ Τιμ 3, 16 ὅπου ἀναφέρεται ὅτι “πᾶσα γραφή θεόπνευστος”. Ἀλλά ὅπως καθένας ἀντιλαμβάνεται τό ἐπιχείρημα αὐτό τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἀφελές. Διότι, ἐφόσον τή στιγμή αὐτή κρίνεται ἡ Γραφή, δέν εἶναι δυνατόν νά ληφθῆ ὑπόψιν ἡ μαρτυρία τῆς ἴδιας, ὅπως καί ἑνός κατηγορουμένου στό δικαστήριο δέν λαμβάνεται ὑπόψιν ἡ μαρτυρία τοῦ ἴδιου. Μπορεῖ, βέβαια, νά εἶναι ἀληθινή ἡ μαρτυρία του, ἀλλά δέν λαμβάνεται ὑπόψιν. Καί ἄν θέλη νά δικαιωθῆ, πρέπει νά παρουσιάση ἄλλους μάρτυρες. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς Ἰουδαίους πού ἀμφισβητοῦσαν τό θεῖο κῦρος Του: “Ἐάν Ἐγώ μαρτυρῶ περί Ἐμαυτοῦ, ἡ μαρτυρία Μου οὐκ ἔστιν ἀληθής”(Ἰω 5, 31). Δέν ἦταν πράγματι ἀληθινή ἡ μαρτυρία τήν ὁποία ἔδινε ὁ Κύριος γιά τόν ἑαυτό Του; Ἀσφαλῶς ἦταν. Καί γι᾽αὐτό σέ ἄλλη περίπτωσι εἶπε τό ἀκριβῶς ἀντίθετο· “Κἄν Ἐγώ μαρτυρῶ περί Ἐμαυτοῦ, ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία Μου”(Ἰω 8, 14). Ἀλλά τότε γιατί ὁ Κύριος στήν πρώτη περίπτωσι εἶπε ὅτι ἡ μαρτυρία Του δέν εἶναι ἀληθινή; Τί ἤθελε νά πῆ ὁ Κύριος ὅταν ἐκφραζόταν ἔτσι; Ἤθελε νά πῆ τό ἑξῆς· Ἐφόσον εἶμαι ἐγώ ὁ Ἴδιος αὐτός πού κρίνεται, ἡ δική Μου μαρτυρία γιά τόν ἑαυτό Μου δέν λαμβάνεται ὑπόψιν καί γι᾽ αὐτό τήν ἀφήνω. Ἄς ποῦμε ὅτι δέν εἶναι ἀληθινή. Ὑπάρχουν, ὅμως, λέει στή συνέχεια ὁ Χριστός, ἄλλες μαρτυρίες γιά τό πρόσωπό Μου πού προέρχονται ἀπ᾽ ἔξω, καί αὐτές οἱ μαρτυρίες πρέπει νά ληφθοῦν ὑπόψιν. Σύμφωνα, λοιπόν, μέ χωρίο πού περιέχεται στήν ἴδια τή Γραφή, ὅταν τίθεται τό ἐρώτημα, ποιός βεβαιώνει τό κῦρος τῆς Γραφῆς;, ἡ μαρτυρία τῆς ἴδιας τῆς Γραφῆς δέν λαμβάνεται ὑπόψιν. Ἤ μήπως ἡ Γραφή εἶναι ἀνώτερη ἀπό τόν Κύριο πού εἶπε τό “ἐάν Ἐγώ μαρτυρῶ περί Ἐμαυτοῦ, ἡ μαρτυρία Μου οὐκ ἔστιν ἀληθής”;

Ἔπειτα, ἄν στήν Ἁγία Γραφή λέγεται ὅτι “πᾶσα γραφή θεόπνευστος”, δέν λέγεται, ὅμως, καί ποιά συγκεκριμένα καί πόσα εἶναι τά θεόπνευστα καί κανονικά της βιβλία. Ποῦ, λοιπόν, στηρίζεται ὁ ὀνομαζόμενος Κανόνας τῆς ἁγίας Γραφῆς; Μήπως στήν ἱστορική καί κριτική ἔρευνα; Ἀλλά ἀπό τήν ἔρευνα αὐτή ξεκινώντας διάφοροι θεολόγοι τοῦ Προτεσταντισμοῦ μέ μεγάλα ὀνόματα (!) ἔφθασαν στό σημεῖο νά ἀρνηθοῦν τή γνησιότητα τῶν περισσοτέρων βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς…

Τή θεοπνευστία τῆς Γραφῆς ἀποδεικνύουν τά ὑψηλά της διδάγματα, λένε οἱ αἱρετικοί, προσφέροντας ἄλλο ἐπιχείρημα. Ὁμολογοῦμε καί ἐμεῖς καί μάλιστα, μέ μεγαλύτερο ἐνθουσιασμό ἀπό τούς αἱρετικούς ὅτι στή Γραφή περιέχονται τά ὑψηλότερα νοήματα. Ὅμως καί τό ἐπιχείρημα αὐτό δέν πείθει ἀπόλυτα γιά τή θεοπνευστία τῆς Γραφῆς. Διότι καί ἀνθρώπινα βιβλία περιέχουν ὑψηλά νοήματα, ὄχι βέβαια, ὅσο ἡ Γραφή, ὁπωσδήποτε, ὅμως, περιέχουν. Ἔπειτα, ἄς δεχθοῦμε ὅτι ἕνα μέρος τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὅπου περιέχονται τά ὑψηλότερα καί πιό πρωτότυπα νοήματα, εἶναι θεόπνευστο. Ποιός θά μᾶς βεβαιώση ὅτι εἶναι θεόπνευστο καί τό ὑπόλοιπο; Ποιός θά μᾶς βεβαιώση ὅτι δέν ἀναμίχθηκαν στή Γραφή καί ἀνθρώπινα στοιχεῖα;

Τή θεοπνευστία τῆς Γραφῆς ἀποδεικνύουν οἱ καταπληκτικές προφητεῖες της οἱ ὁποῖες ἐκπληρώθηκαν κατά γράμμα, λένε τώρα οἱ αἱρετικοί, προσφέροντας νέο ἐπιχείρημα. Ἀλλά καί τό ἐπιχείρημα αὐτό δέν πείθει ἀπόλυτα. Διότι οὔτε ὅλα τά βιβλία τῆς ἁγίας Γραφῆς εἶναι προφητικά, οὔτε ὅσα εἶναι προφητικά ἀποτελοῦν ὁλόκληρα προφητεῖες. Καί συνεπῶς, πῶς θά βεβαιωθοῦμε ὅτι εἶναι θεόπνευστα τά βιβλία καί τά μέρη ἐκεῖνα τῆς Γραφῆς, τά ὁποῖα δέν περιέχουν ἐκπληρωμένες προφητεῖες;».

«Ὑπάρχει ἀπάντησι πού θέτει τέρμα στίς ἀντιλογίες. Καί τή γνωρίζουν αὐτή τήν ἀπάντησι οἱ αἱρετικοί. Τή γνωρίζουν πολύ καλά. Ἀλλά δέν τή δίνουν. Προτιμοῦν νά δίνουν διάφορες ἄλλες ἀσθενεῖς ἀπαντήσεις, καί ὄχι τή μία καί ἰσχυρή. Γιατί ἄραγε; Διότι δέν τούς συμφέρει. Διότι, ἄν δώσουν τήν ἀπάντησι αὐτή, θά στηριχθῆ μέν ἀσφαλῶς τό κῦρος τῆς Γραφῆς καί θά ὑποδειχθῆ ὁ ἀλάθητός της ἑρμηνέας, θά κατρακυλήσουν, ὅμως, οἱ ἴδιοι! Ἐπίτηδες, λοιπόν, δέν δίνουν τήν ὀρθή ἀπάντησι οἱ αἱρετικοί. Ἀλλ᾽ ἄν δέν θέλουν αὐτοί, θά τή δώσουμε ἐμεῖς. Ἤ μᾶλλον θά τή δώση ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφή, στήν ὁποία αὐτοί ἔχουν στηρίξει ὅλη τήν πεποίθησί τους.

Ἡ Γραφή, λοιπόν, ἀναφέρει ὅτι ὁ Χριστός ἵδρυσε στόν κόσμο ἕνα θεῖο ὀργανισμό, πού ὀνομάζεται Ἐκκλησία. Καί προτοῦ τόν ἱδρύση εἶπε: “Οἰκοδομήσω Μου τήν Ἐκκλησίαν, καί πύλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς”(Μθ 16, 18). Θά κτίσω δηλ. τήν Ἐκκλησία Μου, καί ὅλες οἱ σκοτεινές δυνάμεις δέν θά μπορέσουν νά τήν καταβάλουν. Στό χωρίο τοῦτο προφητεύεται τό αἰώνιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει προορισθῆ νά ζήση αἰώνια χωρίς κάποια διακοπή. Στήν Ἐκκλησία ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε ὅτι θά ἀπέστελλε τόν Παράκλητο, γιά νά μείνη σ᾽ αὐτήν αἰώνια καί νά τήν ὁδηγῆ “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”· «Καί ἐγώ ἐρωτήσω (: θά παρακαλέσω) τόν Πατέρα καί ἄλλον Παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ᾽ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… Ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καί ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἅ εἶπον ὑμῖν”(Ἰω 14, 16-17, 26). Καί πάλι· “Ὅταν δέ ἔλθῃ Ἐκεῖνος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”(Ἰω 16, 13). Ἐπίσης ὁ Κύριος πρίν ἀπό τήν ἀνάληψί Του ὑποσχέθηκε, ὅτι καί ὁ Ἴδιος θά παρέμενε στήν Ἐκκλησία Του ἀοράτως μέχρι τή συντέλεια τῶν αἰώνων (Μθ 28, 20). Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἱδρύθηκε πράγματι καί ἐμφανίσθηκε ἐπίσημα στόν κόσμο τήν Πεντηκοστή, ὅταν κατέβη τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιά νά μένη ἀπό τότε στήν Ἐκκλησία αἰώνια καί νά τήν ὁδηγῆ “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”. Γι᾽ αὐτή τήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ Χριστός στόν κόσμο, πολλές φορές γίνεται λόγος στήν Κ. Διαθήκη. Ἀλλ᾽ ἀπό τά πολλά χωρία ἕνα μόνο θ᾽ ἀναφέρουμε ἀκόμη στό σημεῖο αὐτό, πού εἶναι καταπέλτης κατά τῶν αἱρέσεων. Εἶναι τό Α´ Τιμ 3, 15. Σ᾽ αὐτό ὁ Ἀπ. Παῦλος λέγει σαφῶς, ὅτι ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ, μέσα στόν ὁποῖο ὁ ἐπίσκοπος Τιμόθεος ἔπρεπε νά ἀναστρέφεται ὀρθά, τό καθίδρυμα δηλ. τοῦ Θεοῦ στή γῆ, εἶναι “Ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καί ἑδραίωμα (: ἀκλόνητη βάσι) τῆς ἀληθείας”.

Νομίζουμε ὅτι θά ἀντιλήφθηκαν οἱ φίλοι ἀναγνῶστες γιατί ἀναφέραμε τά ἀνωτέρω χωρία. Τά ἀναφέραμε γιά νά δείξουμε ὅτι ἡ ὑπέρτατη στή γῆ αὐθεντία εἶναι ἡ Ἐκκλησία* [ὑπ.: Ἄν τώρα ρωτήση κάποιος· Καί τῆς Ἐκκλησίας τήν αὐθεντία ποιός βεβαιώνει;, πρέπει ν᾽ ἀπαντήσουμε· Ἡ πεποίθησι τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν αὐθεντία της στηρίζεται σέ γεγονότα. Ἡ Ἐκκλησία ἄκουσε ἀπό τόν Κύριο θαυμαστές ἐπαγγελίες καί τίς εἶδε νά ἐκπληρώνωνται ἀπό τήν ἵδρυσί της μέχρι σήμερα. Ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό συνεχές θαῦμα τοῦ Θεοῦ.]. Αὐτή εἶναι ἡ ἀπάντησι στά βασικά ἐρωτήματα, τά ὁποῖα θέσαμε στούς αἱρετικούς. Ἡ Ἐκκλησία μόνο μπορεῖ νά μᾶς βεβαιώση ὅτι ἡ Γραφή εἶναι θεόπνευστη, καί ἡ Ἐκκλησία μόνο μπορεῖ νά μᾶς τήν ἑρμηνεύση ἀλάνθαστα. Καλή καί ἡ Ἁγία Γραφή. Διότι ἡ Γραφή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλ᾽ ἡ ἀλήθεια, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Παύλου, ἔχει ἀνάγκη στηρίγματος. Καί στήριγμα τῆς ἀλήθειας δέν λέει ὅτι εἶναι ὁ Α ἤ ὁ Β, διότι σ᾽ αὐτή τήν περίπτωσι ὁ Α ἤ ὁ Β θά ἔπρεπε νά ἦταν ἀλάθητος. Στήριγμα, λέει, εἶναι ἡ Ἐκκλησία, δηλαδή ἡ κοινή συνείδησι τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας· “…ἥτις ἐστίν Ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας”. Καί ὄργανο τῆς κοινῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Πολλές σύνοδοι συνῆλθαν. Ἀλλ᾽ ὁρισμένες μόνο ἀναγνωρίσθηκαν ὡς οἰκουμενικές καί ἅγιες, ὅσων τίς ἀποφάσεις ἐπιδοκίμασε ἡ κοινή συνείδησι τῶν πιστῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας».