Οι θλίψεις και ο όφελός τους

Ἡ ζωή μας στόν πλανήτη αὐτό, μετά τό Προπατορικό Ἁμάρτημα, εἶναι μιά ζωή δακρύων, πόνου καί, τέλος, θανάτου, παρά τήν ὕπαρξι καί εὐτυχισμένων στιγμῶν. «Ἡ εὐτυχία μέ τή δυστυχία σ᾽ ἕνα ἕλκηθρο ταξιδεύουν»(Ρωσική Παροιμία). Τά δύο συναισθήματα, χαρά καί λύπη, εἶναι ἀχώριστα. «Ἔρχονται πάντα μαζί, κι ὅταν τό ἕνα κάθεται μόνο του δίπλα σου στό τραπέζι, θυμήσου ὅτι τό ἄλλο κοιμᾶται στό κρεββάτι σου». Παράλληλα μέ τή δυστυχία πιστεύουμε σ᾽ ἕνα Θεό ἀγάπης, συμπόνιας καί συγχωρητικότητος. Πῶς συμβιβάζονται αὐτές οἱ δύο πραγματικότητες; Πολλά δυνατά μυαλά, ἀνά τούς αἰῶνες, ἀσχολήθηκαν μέ τό γρίφο αὐτό καί συνεισέφεραν, ἀνάλογα μέ τά πιστεύω τους, στήν προσέγγισι λύσεώς του. Οἱ ἄπιστοι διακήρυξαν τήν ἀνυπαρξία τοῦ Θεοῦ, μιᾶς καί ὑπάρχει τό κακό. Οἱ πιστοί, ἀπό τήν ἄλλη, βιώνοντας «στό πετσί τους» τό κακό, διαφυλάσσουν, παρά ταῦτα, τήν πίστι στήν ὕπαρξι, ἀλλά καί στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶπε: “Ὅποιοι μποῦν στόν καλό δρόμο, θά βροῦν ταραχές κι ἀνησυχίες πολλές”(Πρξ 14, 21). Τοῦτα τά λόγια θά δώσουν παρηγοριά σ᾽ ἐκείνους πού περνοῦν αὐτά τά κακά, γιατί, ὄντας ἀπό πρίν εἰδοποιημένοι πώς ὁ δρόμος τοῦ Χριστοῦ τόν ὁποῖο θέλουν νά πορευθοῦν, εἶναι γεμᾶτος ἀπό τέτοια ἐμπόδια, χρωστοῦν νά χαίρωνται πού βρίσκονται μπροστά τους τοῦτα τά σημάδια, πού τούς δείχνουν πώς πορεύονται πάνω στό σωστό δρόμο. Ὡστόσο τοῦτες οἱ δοκιμασίες δέν εἶναι δίχως εὐχαρίστησι καί σάν τίς περάση ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντα χαρούμενος. Διότι, ὅπως ἐκεῖνοι πού ἀφήνουν τό Θεό γιά νά στρέψουν πίσω στόν κόσμο, τό κάνουν γιατί βρίσκουν πώς εἶναι πιό γλυκειές οἱ ἡδονές τῆς γῆς ἀπό τήν ἀγαλλίασι νά ᾽ναι κοντά στό Θεό, καί τούτη ἡ γλυκύτητα τούς νικᾶ, καί τούς τραβᾶ καί τούς κάνει νά μετανοήσουν γιά τό δρόμο τόν ὁποῖο διάλεξαν καί γίνονται οἱ μετανοιωμένοι τοῦ σατανᾶ, ὅπως τούς λέει ὁ Τερτυλλιανός, ἔτσι, λοιπόν, κι ὁ χριστιανός δέν θά παρατοῦσε ποτέ τίς χαρές τοῦ κόσμου γιά νά βάλη στόν ὦμο του τό σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ἄν δέν εὕρισκε περισσότερη γλυκύτητα στήν καταφρόνησι, στή φτώχεια, στή στέρησι καί στό χωρισμό ἀπό τούς ἀνθρώπους, παρά τίς ἡδονές τῆς ἁμαρτίας. Κι ἔτσι, ὅπως λέει πάλι ὁ Τερτυλλιανός, “δέν πρέπει νά ᾽χη κανένας τήν ἰδέα πώς ἡ ζωή τῶν χριστιανῶν εἶναι μιά ζωή πικραμένη”. Ὁ χριστιανός καταφρονεῖ τίς χαρές τῆς ζωῆς γιά νά ἀξιωθῆ κάποιες ἄλλες πιό μεγάλες. “Πάντοτε χαίρετε”, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, “ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε”(Α´ Θεσ 5, 16-18). Ἡ χαρά τοῦ χριστιανοῦ εἶναι τό ὅτι βρῆκε τό Θεό, καί τούτη βγαίνει ἀπό τή λύπη του πώς Τόν εἶχε πικράνει, κι ἀπό τό ὅτι ἄλλαξε ἡ ζωή του. Ὁ Κύριος λέει στό Εὐαγγέλιο πώς ἕνας ἄνθρωπος βρῆκε θησαυρό μέσα σ᾽ ἕνα χωράφι καί πῆρε τέτοια χαρά, πού πῆγε καί πούλησε ὅ,τι εἶχε γιά νά ἀγοράση ἐκεῖνο τό χωράφι. Οἱ ἄνθρωποι πού εἶναι δεμένοι μέ τοῦτο τόν κόσμο, δέν τήν ἔχουν αὐτή τή χαρά, πού ὁ κόσμος δέν μπορεῖ μήτε νά τή δώση μήτε νά τήν πάρη, ὅπως λέει ὁ Χριστός ὁ ἴδιος. Οἱ δίκαιοι τήν ἔχουν τούτη τή χαρά, δίχως νά θολώνεται ἀπό καμμία λύπη, καί οἱ χριστιανοί τήν ἔχουν τούτη τή χαρά ἀνακατεμένη μέ τή θλῖψι πώς εἶχαν ζήσει πρωτίτερα μέ ἄλλες χαρές, κι ἐπειδή ἔχουν τό φόβο μήπως τραβηχθοῦν ἀπό ἐκεῖνες τίς ἄλλες ἡδονές πού μᾶς σκανδαλίζουν ὁλοένα, καί χάσουν τή γλυκύτητα τοῦ Χριστοῦ».

«Ὁ χρυσός θρῦλος διηγεῖται τή ζωή ἑνός ταπεινοῦ “πού εἶχε δύο δεξιά χέρια”. Εἶχε τή συνήθεια νά βάζη ὅλες τίς χαρές πού δεχόταν κάθε μέρα στό δεξί του χέρι καί ὅλες τίς λῦπες στό ἀριστερό του χέρι, καί τό ἀριστερό του χέρι ἦταν πάντα γεμᾶτο. Τότε, λοιπόν, ἀπό πνεῦμα ταπεινώσεως, ὅ,τι ἔπεφτε μέσα στό ἀριστερό του χέρι τό ξανάβαζε στό δεξί, καί ἡ ζωή του ἔγινε ὅλη φῶς καί χαρά».

«Ἕνα ἀπό τά φαινόμενα στόν κόσμο, εἶναι καί τό φαινόμενο τοῦ σεισμοῦ, τοῦ ὁποίου φρικῶδες παράδειγμα μᾶς παρέχει σήμερα ἡ σεισμοπαθής Χίος. Τό ἀποτελεσματικό αὐτό φαινόμενο, ἐξηγεῖται βεβαίως μέ ἄλλο φαινόμενο, τῶν μετάλλων πού βρίσκονται κρυμμένα στά ἔγκατα τῆς γῆς, δηλαδή λιθανθράκων, θειωδῶν οὐσιῶν [εἶναι οἱ ἐπιστημονικές γνώσεις τῆς ἐποχῆς του] καί μεγάλων ἑστιῶν φωτιᾶς, τά ὁποῖα ἀναφλεγόμενα, ἐπιφέρουν φρικαλέες δονήσεις, χάσματα τῆς γῆς καί γενικά τήν καταστροφή. Ἕως ἐδῶ παρακολουθεῖ καί πιστοποιεῖ ἡ πεῖρα. Ἀλλά κάθε λογικός ἄνθρωπος, ὡς προικισμένος μέ λογική νόησι, δέν ἔχει τό δικαίωμα νά συλλογισθῆ ἄν τά μέταλλα αὐτά ἔχουν τήν ἰδιότητα νά σείουν τή γῆ αὐτομάτως, γιατί νά μήν ἀναφλέγωνται ταυτοχρόνως, ὅπου ὑπάρχουν μέταλλα μέσα στή γῆ, ἀλλά τό 1881 νά καταστρέφουν τή Χίο, τό 1860 νά καταστρέφουν τήν Κόρινθο, τό 1856 τήν Κεφαλλονιά, τό 1822 τή Συρία ὅπου χάθηκαν 25 χιλιάδες ἄνθρωποι, καί ἐπί Ἰουστινιανοῦ τό 626 μ.Χ. τήν Ἀντιόχεια ὅπου πέθαναν ἀπό τό σεισμό 250 χιλιάδες ἄνθρωποι; Ἡ ὕλη καί ἡ δύναμι καί οἱ παράγωγοι νόμοι της ἔχουν κι αὐτοί ρολόι καί ἡμερολόγιο, ὥστε κατά βούλησι καί συνείδησι νά κάνουν κάτι ὅπως θέλουν καί ὅταν τό θέλουν; Ἄς ἀποκριθῆ ἡ θετική φιλοσοφία. Δέν ἀρνούμασθε ὅτι ὑπάρχουν ὕλη καί δύναμι καί παράγωγοι νόμοι, ἀλλά αὐτοί ὑπακούουν στήν ἀπειροδύναμη καί πάνσοφη θέλησι μιᾶς ἀπόλυτης καί ἀναίτιας δυνάμεως πού τούς διευθύνει σέ ἕνα σκόπιμο τέλος, καί ὁ λόγος εἶναι πρόδηλος, διότι αὐτοί οὔτε αὐθύπαρκτοι εἶναι οὔτε παρήγαγαν τούς ἑαυτούς τους. Ἄρα εἶναι ἀληθινός ὁ Θεός γιά τόν Ὁποῖο ὁ Δαυΐδ λέει: “συνέσεισας τήν γῆν καί συνετάραξας αὐτήν· ἴασαι (: θεράπευσε) τά συντρίμματα αὐτῆς, ὅτι ἐσαλεύθη”(Ψ 59, 4). Ἐάν ἡ ὕλη καί ἡ δύναμι εἶναι τό πᾶν, ἔπρεπε οἱ ἄνθρωποι νά φωνάζουν: σταματῆστε μέταλλα, σῶστε μας μέταλλα· ἀλλά στό στόμα τους κάθε στιγμή φέρνουν τό Θεό οἱ καημένοι οἱ Χῖοι!

Ἕνα ἀπό τά φαινόμενα εἶναι καί ἡ ἀνομβρία, ἡ ὁποία πότε μέν μαστίζει ἕνα ἔθνος, ἤ μιά πόλι, πότε ἄλλο καί οὕτω καθεξῆς. Στήν Κύπρο ἐπικράτησε ἑξαετής ἀνομβρία, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας λίγο ἔλειψε νά ἐρημωθῆ τό νησί ἕνεκα τῆς μεταναστεύσεως. Ποιά δύναμι ἐμπόδισε τούς παραγωγούς νόμους τῆς βροχῆς νά βρέξουν, ὅπως ἀκριβῶς καί ἄλλοτε κατά τό συνήθη χρόνο τῶν βροχῶν, κατά τόν ὁποῖο σέ ὅλο τόν ἄλλο κόσμο ἔβρεχε; Ἴσως ποῦν ὅτι δέν ἔχει δάση πού προκαλοῦν τή βροχή· ἀλλά μήπως δέν βρέχει ὅπου δέν εἶναι δάση; Καί ἐάν δέν βρέχη ὅπου δέν εἶναι δάση, ποτέ δέν ἔπρεπε νά βρέξη καί στήν Κύπρο, ἀλλά μετά ἀπό ἕξι χρόνια ἔβρεξε, καί οἱ παράγωγοι νόμοι τῆς βροχῆς ἄρχισαν κανονικά πάλι νά λειτουργοῦν. Τί μπορεῖ ἐδῶ νά ἀντιτάξη ἡ πεῖρα τῆς θετικῆς φιλοσοφίας; Λυπούμασθε τό νεαρό ὑφηγητή, ὁ ὁποῖος καί τά αὐτιά του ἔκλεισε καί τά μάτια του σφράγισε στή θεία φωνή “ἐάν τοῖς προστάγμασί μου πορεύησθε καί τάς ἐντολάς μου φυλάσσησθε καί ποιήσητε αὐτάς, δώσω τόν ὑετόν (: τή βροχή) ὑμῖν ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καί ἡ γῆ δώσει τά γεννήματα αὐτῆς. Ἐάν δέ μή, ἐντελοῦμαι ταῖς νεφέλαις τοῦ μή βρέξαι, καί θήσω τόν οὐρανόν ὑμῖν ὡς σιδηροῦν καί τήν γῆν ὑμῶν ὡς χαλκῆν”(Ἀρθ 26, 4, 20).

«Τό μόνο τό ὁποῖο χρειάζεται νά κάνουμε εἶναι νά παρατηρήσουμε τή φύσι γιά νά διαπιστώσουμε ὅτι τίς περισσότερες φορές ἡ ἀντιξοότητα εἶναι ἕνας σύμμαχος, κι ὄχι ἕνας ἐχθρός. Ξέρατε ὅτι ὁ ἦχος τοῦ βιολιοῦ ἐξαρτᾶται τόσο ἀπ᾽ τό ξύλο πού χρησιμοποιήθηκε στήν κατασκευή του ὅσο καί ἀπ᾽ τήν ἐπιδεξιότητα καί τήν ἐκπαίδευσι τοῦ βιολιστοῦ; Εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον ὅτι, δέν εἶναι ὁ τύπος τοῦ δένδρου πού ἔχει τήν πρωταρχική σημασία γιά τήν κατασκευή ἑνός βιολιοῦ, παγκοσμίου κλάσεως, ἀλλά περισσότερο ἡ ἀντιξοότητα τήν ὁποία τό δένδρο ἔχει ὑποστῆ.

Γι᾽ αὐτό τό λόγο σήμερα ἕνα ἀπ᾽ τά καλύτερα εἴδη ξύλου γιά τήν κατασκευή βιολιῶν προέρχεται ἀπ᾽ τά δένδρα τῶν Βραχωδῶν Ὀρέων, 3.700 μέτρα πάνω ἀπ᾽ τήν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας. Ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄνεμοι φυσοῦν τόσο δυνατά, ὥστε ὁ φλοιός μπορεῖ ν᾽ ἀναπτυχθῆ στήν ἀπάνεμη μόνο μεριά καί τά κλαδιά μποροῦν νά μεγαλώσουν πρός μία μόνο κατεύθυνσι, μπορεῖ νά βρεθῆ τό καλύτερο ξύλο τοῦ κόσμου γιά τήν κατασκευή βιολιῶν. Τά ἴδια δένδρα, σ᾽ ἕνα λιγότερο ἀπαιτητικό περιβάλλον, θά παρῆγαν μέτρια μόνο ὄργανα.

Ἡ ἀρχή ἰσχύει γιά τούς ἀνθρώπους ὅπως καί γιά τά δένδρα: ὅπως οἱ κακουχίες τῆς ἐκπαιδεύσεως κάνουν τό μουσικό, τόν ἀθλητή καί τό στρατιώτη δυνατοτέρους, ἔτσι καί τά τείχη τῆς ἀντιξοότητος μποροῦν νά κάνουν τόν καθένα ἀπό μᾶς δυνατότερο».

«“Οἱ χαρταετοί ἀνεβαίνουν ψηλότερα κόντρα στόν ἄνεμο —ὄχι μαζί του”».

«Κάποτε ἕνας ἡλικιωμένος παθολόγος μέ συμβουλεύθηκε γιατί ἔπασχε ἀπό σοβαρή κατάθλιψι. Δέν μποροῦσε νά ξεπεράση τό χαμό τῆς γυναίκας του, πού εἶχε πεθάνει πρίν δύο χρόνια καί πού τήν εἶχε ἀγαπήσει πάνω ἀπ᾽ ὁτιδήποτε ἄλλο. Τώρα πῶς θά μποροῦσα νά τόν βοηθήσω, τί ἔπρεπε νά τοῦ πῶ; Ἔτσι, ἀπέφυγα νά τοῦ πῶ ὁτιδήποτε ἄλλο, ἀλλά νά τοῦ θέσω τήν ἐρώτησι: “Τί θά εἶχε συμβῆ, γιατρέ, ἐάν εἶχες πεθάνει πρῶτος καί ἡ γυναῖκα σου θά ἔπρεπε νά ἐπιζήση;”. “Ὤ”, εἶπε, “αὐτό θά ἦταν τρομερό γι᾽ αὐτήν· πόσο θά ὑπέφερε”! Μετά ἀπ᾽ αὐτό ἀπάντησα: “Βλέπεις, γιατρέ, ἕνα τέτοιο πόνο τόν γλύτωσε καί εἶσαι ἐσύ πού τή γλύτωσες ἀπό τέτοιο πόνο, ἀλλά τώρα πρέπει νά πληρώσης γι᾽ αὐτό μέ τό νά ἐπιζήσης καί νά πενθῆς”. Δέν εἶπε λέξι, ἀλλά μοῦ ἔσφιξε τό χέρι καί ἥσυχα ἔφυγε ἀπό τό γραφεῖο μου. Ὁ πόνος γίνεται ὑποφερτός ἀπ᾽ τή στιγμή κατά τήν ὁποία θά βρεθῆ ἕνα νόημα, ὅπως τό νόημα τῆς θυσίας.

Βέβαια, αὐτή δέν ἦταν θεραπεία μέ τήν ὀρθή σημασία. Ἀλλά, πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα, ἡ ἀπελπισία του δέν ἦταν μιά ἀρρώστια καί ἐξάλλου ἐγώ δέν θά μποροῦσα ν᾽ ἀλλάξω τή μοίρα του, δέν μποροῦσα νά τοῦ ξαναφέρω τή γυναῖκα του στή ζωή. Ἀλλά, τουλάχιστο, πέτυχα ν᾽ ἀλλάξω τή στάσι του μπροστά σέ ἕνα μοιραῖο γεγονός πού δέν ἄλλαζε, οὕτως ὥστε ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα θά μποροῦσε τουλάχιστον νά δῆ ἕνα νόημα στόν πόνο του… Ἡ κύρια φροντίδα τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι νά ψάχνη νά βρῆ εὐχαρίστησι (pleasure) ἤ ν᾽ ἀποφεύγη τόν πόνο, ἀλλά μᾶλλον νά βρῆ ἕνα νόημα στή ζωή του. Ἔτσι βλέπουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕτοιμος νά ὑποφέρη, μόνο ὅταν μπορῆ νά ἔχη τήν ἱκανοποίησι ὅτι ὁ πόνος του εἶχε ἕνα νόημα».

«Κατά τή διάρκεια τοῦ Α´ Παγκ. πολέμου ἕνας Ἑβραῖος στρατιωτικός γιατρός στόν Αὐστριακό στρατό βρισκόταν δίπλα σ᾽ ἕνα συνταγματάρχη, ὅταν ἄρχισαν νά πέφτουν πυκνοί πυροβολισμοί. Ὁ συνταγματάρχης εἶπε κοροϊδευτικά: “Ἀκόμη μιά ἀπόδειξι ὅτι ἡ Ἄρεια φυλή εἶναι ἀνώτερη ἀπ᾽ τή Σημιτική. Φοβᾶσαι, δέν εἶναι ἔτσι;”. “Καί, βέβαια, φοβᾶμαι”, ἦταν ἡ ἀπάντησι τοῦ γιατροῦ. “Ἀλλά ποιός εἶναι ἀνώτερος; Ἐάν ἐσύ, ἀγαπητέ μου συνταγματάρχα, φοβόσουν ὅπως ἐγώ, θά εἶχες φύγει πρό πολλοῦ”. Ὁ φόβος καί ἡ ἀνησυχία αὐτές καθ᾽ ἑαυτές δέν ὑπολογίζονται. Αὐτό πού μετράει εἶναι ἡ στάσι μας μπροστά στά γεγονότα μᾶλλον παρά αὐτά καθ᾽ ἑαυτά τά γεγονότα».

«Φαντασθεῖτε πῶς θά ἦταν ἄν ζούσαμε τή ζωή μας χωρίς ποτέ νά ἐμπλακοῦμε μ᾽ ἕνα ἐχθρό ἤ κάποια ἄλλα ἐμπόδια ἐν προκειμένῳ, ἄν ἀπό τήν κούνια μας μέχρι τόν τάφο μας ὁ καθένας τόν ὁποῖο θά συναντούσαμε μᾶς κανάκευε, μᾶς στήριζε, μᾶς τάιζε (μαλακή, ἤπια, εὔπεπτη τροφή), μᾶς ψυχαγωγοῦσε μέ ἀστεῖες γκριμάτσες καί τά συνηθισμένα “κούκου”. Ἄν ἀπό τήν παιδική ἡλικία μᾶς περιέφεραν μέσα σέ ἕνα καλάθι (ἀργότερα ἴσως μέσα σέ ἕνα φορεῖο), χωρίς ποτέ νά συναντήσουμε καμμιά πρόκλησι, χωρίς ποτέ νά δοκιμασθοῦμε —ἐν συντομίᾳ, ἄν ὅλοι συνέχιζαν νά μᾶς μεταχειρίζωνται σάν μωρά. Αὐτό στήν ἀρχή ἴσως νά φαντάζη καλό. Γιά τούς πρώτους λίγους μῆνες τῆς ζωῆς ἴσως εἶναι ἀπαραίτητο. Ὅμως, ἄν αὐτό συνεχιζόταν, τότε τό μόνο ἀποτέλεσμα θά ἦταν νά γίνουμε ἕνα εἶδος μάζας ἀπό ζελατίνα, ἕνα τερατούργημα —μέ τή διανοητική καί συναισθηματική ἀνάπτυξι ἑνός μοσχαριοῦ. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἀγώνας τῆς ζωῆς πού μᾶς κάνει αὐτούς πού εἴμασθε. Καί εἶναι οἱ ἐχθροί μας πού μᾶς δοκιμάζουν, μᾶς παρέχουν τήν ἀναγκαία ἀντίστασι γιά τήν ἀνάπτυξί μας».

«Ἀντιξοότητες εἶναι τό καμίνι ὅπου ξαναμπακιρώνεται ἡ ψυχή».

«Εἶναι πολύ τρυφερός γιά τούς πολύ καινούργιους πιστούς, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι καί οἱ μητέρες μέ τά βρέφη τους. Συχνά τό ξεκίνημα τῆς Χριστιανικῆς τους ζωῆς σημαδεύεται ἀπό μεγάλη χαρά, ἐντυπωσιακή φροντίδα, ἀξιοσημείωτες ἀπαντήσεις σέ προσευχές, καί ἄμεση καρποφορία στίς πρῶτες τους προσπάθειες γιά μαρτυρία· ἔτσι ὁ Θεός τούς ἐνθαρρύνει καί τούς στερεώνει στή ζωή. Ἐνῶ, ὅμως, γίνονται ὅλο καί πιό δυνατοί καί μποροῦν ν᾽ ἀντέξουν περισσότερα, τούς γυμνάζει σ᾽ ἕνα πιό δύσκολο σχολεῖο. Τούς ἐκθέτει σέ τόση δοκιμασία μέ τήν πίεσι ἀντιθέτων δυνάμεων ὅση μποροῦν ν᾽ ἀντέξουν —ὄχι περισσότερη (βλέπε τήν ὑπόσχεσι: «ὁ Θεός δέν θά σᾶς ἀφήση νά πειρασθῆτε πάνω ἀπ᾽ ὅσο μπορεῖτε»(Α´ Κορ 10, 13)), ἀλλά οὔτε καί λιγότερη (βλέπε τήν προτροπή: «μέ πολλές θλίψεις πρέπει νά εἰσέλθουμε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»(Πρξ 14, 22)). Ἔτσι φτιάχνει τό χαρακτῆρα μας, δυναμώνει τήν πίστι μας, καί μᾶς προετοιμάζει νά βοηθήσουμε ἄλλους. Ἔτσι διαμορφώνει μέσα μας τήν αἴσθησι τῶν ἀξιῶν. Ἔτσι δοξάζεται στή ζωή μας, δείχνοντας τή δύναμί Του στήν ἀδυναμία μας. Συνεπῶς, δέν εἶναι καθόλου ἀφύσικο νά αὐξηθοῦν οἱ πειρασμοί, οἱ συγκρούσεις, καί οἱ πιέσεις, καθώς ὁ πιστός συνεχίζει νά ζῆ μέ τό Θεό —ἀντίθετα, κάτι δέν θά πήγαινε καλά ἄν δέν συνέβαινε αὐτό».

«Τό μόνο τό ὁποῖο ἔχεις νά κάνης γιά νά “βγῆ ὁ ἥλιος” κάθε φορά κατά τήν ὁποία ξυπνᾶς νιώθοντας αὐτολύπησι, εἶναι ἁπλῶς νά πάρης τήν πρωϊνή ἐφημερίδα. Μήν κοιτάξης τήν πρώτη σελίδα νωρίς τό πρωΐ, γιατί ἀλλιῶς θά θέλης πραγματικά νά πᾶς νά κρυφθῆς στό ὑπόγειο. Ἄνοιξε ἀρχικά τήν ἐφημερίδα στή σελίδα ὅπου δημοσιεύονται οἱ ἀναγγελίες θανάτων καί οἱ κηδεῖες!

Σ᾽ αὐτή τή σελίδα θά βρῆς ἕνα μεγάλο κατάλογο ἀπό ὀνόματα ἀνθρώπων πού θά δέχονταν εὐχαρίστως ν᾽ ἀλλάξουν θέσι μαζί σου, ἀκόμη καί μέ ὅλες σου τίς ταλαιπωρίες, τίς ἀμφιβολίες, τούς φόβους καί τά προβλήματα! Δοκίμασέ το κάθε φορά κατά τήν ὁποία νιώθεις πεσμένος τό πρωΐ, καί θά μ᾽ εὐχαριστῆς.

Ἀκοῦς τά πουλιά νά κελαηδοῦν τώρα;».

Αὐτό τό ἐπιχείρημα χρησιμοποίησε κι ὁ π. Ἐπιφ. Θεοδωρόπουλος: «Κάποιος νέος πού ἐκπαιδευόταν σέ σχολή ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ ζητοῦσε ἐπιμόνως νά μεσολαβήση ὥ­στε νά φύγη ἀπό τή σχολή καί νά γίνη ἁ­πλός στρα­τιώτης, διότι ἐκεῖ ἀντιμετώπιζε μεγάλες δυσκολίες. Ὁ Γέροντας ἀφοῦ εἰς μάτην τοῦ συνιστοῦσε ὑπομονή, στό τέλος τοῦ λέει:

—Δέν πᾶς, παιδί μου, στό Ἄσυλο Ἀνιάτων νά πλη­­σιάσης ἕνα κατάκοιτο καί νά τοῦ πῆς: Φίλε, ἀλλάζουμε θέσι; Νά πᾶς ἐσύ στή σχολή ἀξιωματικῶν κι ἐγώ στό κρεβ­άτι σου; Θά ἔβλεπες τότε, ἄν εἶχε μιά τέ­τοια δυνατότητα, νά πεταγόταν σάν ἐλατήριο καί νά ἔτρεχε μέ χαρά νά πάρη τή θέσι σου ἤ καί ἄλλη ἀκό­μη δυσκολότερη. Ἄχ, παιδί μου! Ἔχουμε τήν ὑγεία μας κι εἴμασθε ὅλο παρά­πονα καί γκρίνια!

Καί ὁ νέος ἔφυγε ἀλλαγμένος καί ἀναπτερωμένος».

«Ἡ ἐπιστήμη χρησιμοποιεῖ ἐκ τῶν προτέρων κατά τῶν ἀσθενειῶν ἐμβόλια. Οἱ θλίψεις, λοιπόν, … τίς ὁποῖες ἐπιτρέπει ὁ Θεός εἶναι σάν τά ἐμβόλια. Εἶναι δέ εὐεργετικότατες ἐπειδή πάντοτε τά προληπτικά μέτρα εἶναι ἀνώτερα ἀπό τά μέτρα τῆς θεραπείας, διότι αὐτά συνήθως γίνονται κατόπιν ἑορτῆς».

«Ἔχουμε, καθισμένο ἕνα ὑποθετικό ἄνθρωπο πού εἶναι ἐκπρόσωπος τῆς πίστεως καί τοῦ λέμε: Γιά πές μας, γιατί γίνονται αὐτά; Αὐτός θά σοῦ ἀπαντήση τό ἑξῆς: Στάσου, ἀγαπητέ μου, ἕνα λεπτό. Μέ ρωτᾶς, γιά ποιό λόγο ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά γίνη τό τάδε δυστύχημα ἤ ἡ τάδε συμφορά; Ἄς πάρουμε ὡς δεδομένο ὅτι ἐγώ δέν ξέρω τί νά σοῦ ἀπαντήσω —καί σοῦ λέω ὅτι πραγματικά δέν ξέρω. Τί βγαίνει ἀπ᾽ αὐτό;

Θά κάνω τώρα μιά κριτική ἀνάλυσι αὐτοῦ τοῦ “δέν ξέρω”. Δέν ἀσχοληθήκαμε σέ προηγούμενες συναντήσεις μας μέ τή φιλοσοφική ἀντιμετώπισι τῆς πίστεως, μέ τή φιλοσοφική κριτική; Αἴ, τότε καί ἡ ἀπιστία θά ὑπόκηται σέ φιλοσοφική κριτική. Γιατί τό νά ἔχης ἀπορία καί νά πῆς “Θεέ μου, γιατί ἐπέτρεψες τό τάδε κακό;”, αὐτό τό καταλαβαίνω. Ἀλλά ἐδῶ δέν πρόκειται οὔτε γιά τό παράπονο οὔτε γιά τήν ἀπορία. Πρόκειται γιά τή φιλοσοφική πρότασι πού λέει: Δέν ὑπάρχει Θεός καί ἀπόδειξι αὐτοῦ εἶναι ὅτι στόν κόσμο συμβαίνουν τόσα φοβερά πράγματα. Ἤ, μέ ἄλλη διατύπωσι, ὑπάρχει μέν Θεός, ἀλλά χωρίς καθόλου νά προνοῆ γιά τόν κόσμο, καί ἀπόδειξι αὐτοῦ εἶναι ὅτι στόν κόσμο συμβαίνουν αὐτά τά κακά τά ὁποῖα ἀναφέραμε.

Ἀπευθύνομαι, λοιπόν, σ᾽ ἕναν ἀπό σᾶς γιά νά τόν ρωτήσω: Ποιά εἶναι ἡ αἰτία, ἡ εὔλογη αἰτία, ἡ ἐξήγησι —ἄς τά πῶ νομικά— ἡ justa causa, ἡ δίκαιη αἰτία αὐτῶν τῶν κακῶν γεγονότων τά ὁποῖα ἀναφέραμε παραπάνω; Ἡ ἀπάντησι πού δίνεται εἶναι: Δέν ξέρω. Ἄς δοῦμε, λοιπόν, τώρα ἀναλυτικότερα τί ἐννοοῦμε μ᾽ αὐτό τό “δέν ξέρω”.

Μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ προσπάθεια γιά τήν ἐπίλυσι αὐτοῦ τοῦ προβλήματος, θά μᾶς ὁδηγήση σ᾽ ἕνα ἄλλο πρόβλημα, στό ὁποῖο ἔχουμε, ἤδη, ἀναφερθῆ. Τό πρόβλημα αὐτό πού σήμερα μέν δέν συζητεῖται σοβαρά, ἀλλά ἄλλοτε τυράννησε τήν ἀνθρωπότητα εἶναι τό ἑξῆς: “Δέν βλέπω τό Θεό, ἄρα Θεός δέν ὑπάρχει. Εἶδες ποτέ σου τό Θεό; Ὄχι. Ἄρα Θεός δέν ὑπάρχει”. Ἀλλ᾽ αὐτό εἶναι ἕνα σόφισμα, ἕνα ὑπόδειγμα σοφίσματος. Γιατί προϋποθέτει ὡς μείζονα πρότασι μιά πρότασι πού ἔχει ληφθῆ ἀπό ἄλλο συμπέρασμα, πού γίνεται μείζων πρότασι μέ τή σειρά του καί πού λέει ὅτι κάθετί πού ὑπάρχει ἐγώ τό “βλέπω”. Αὐτό δέν τό βλέπω, ἄρα αὐτό δέν ὑπάρχει. Εἶναι, ὅμως, μωρός ὁ ἰσχυρισμός κατά τόν ὁποῖο κάθετί πού ὑπάρχει τό βλέπω, ἀφοῦ κι ἀπ᾽ τά φυσικά πράγματα ἀκόμη, ἀπ᾽ τά ἐλεγχόμενα καί τά ψηλαφώμενα ἀπ᾽ τόν ἄνθρωπο, βλέπουμε ἀπειροστό μόνο. Εἴπαμε δέ ὅτι ἀκριβῶς ἡ πρόοδος τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν ἀποδεικνύει πόσο μωρό ἦταν αὐτό πού λεγόταν τότε, διότι ἀποδείχθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι καί ἀπ᾽ τόν ὑλικό κόσμο, ξέρουμε τό ἀπειροστό μόνο. Κι ὅταν προβαλλόταν αὐτός ὁ ἰσχυρισμός, οἱ τότε ἄνθρωποι δέν εἶχαν ἰδέα τῆς ὑπάρξεως πολλῶν ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἐμεῖς ξέρουμε σήμερα. Ὅταν λ.χ. ὁ La Μettrie μιλοῦσε γιά τό “L᾽ homme machine (: ὁ ἄνθρωπος-μηχανή)”, δέν ἤξερε κἄν ὅτι ὑπάρχει ἠλεκτρισμός! Βέβαια, ὁ ἠλεκτρισμός ὑπῆρχε, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι τότε δέν τό ἤξεραν. Τό ἴδιο, βέβαια, πρέπει νά ποῦμε γιά τήν τεράστια δύναμι, τήν ἀτομική ἐνέργεια, γιά τήν ὕπαρξι τῆς ὁποίας οἱ ἐπιστήμονες πού ζοῦσαν τότε δέν εἶχαν ἰδέα! Ὅταν, λοιπόν, γιά τόν ὑλικό κόσμο εἶναι ἀνόητο νά ποῦμε ὅτι κάθετί πού ὑπάρχει τό βλέπουμε, πόσο μᾶλλον εἶναι ἀνόητο νά ποῦμε τό ἴδιο καί γιά ἐκεῖνα πού βρίσκονται πέρα ἀπ᾽ τόν ὑλικό κόσμο!

Κάποιος ἄλλος, ὅμως, μπορεῖ νά μοῦ πῆ: Γιατί μᾶς τά λές αὐτά; Ἐμεῖς δέν μιλᾶμε γιά τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, ἐμεῖς μιλᾶμε γιά τήν Πρόνοιά Του. Γιατί ἐπανέρχεσαι σ᾽ αὐτά, τά περί ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ;

Ἀπάντησι: Ἐπανέρχομαι γιά τόν ἑξῆς λόγο: Γιατί στό βάθος εἶναι ὁ ἴδιος συλλογισμός. Κι ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ νά προσθέσω ὅτι πρόκειται ἐπίσης, καί γιά τήν ἴδια μωρία. Ποιός συλλογισμός προϋποτίθεται; Ὁ ἑξῆς: Ἀφοῦ δέν ξέρουμε τήν αἰτία ὅλων αὐτῶν τῶν κακῶν, ἄρα αἰτία δέν ὑπάρχει. Αὐτό, ὅμως, εἶναι ἀντίγραφο τοῦ προηγουμένου συλλογισμοῦ. Ὅπως εἴπαμε, ὁ συλλογισμός εἶναι: “Ἐγώ βλέπω κάθετί πού ὑπάρχει. Τό Θεό δέν τόν βλέπω, Θεός ἄρα δέν ὑπάρχει”. Στό συλλογισμό αὐτό τό σόφισμα βρίσκεται στή μείζονα πρότασι. Ὁ ἴδιος συλλογισμός ἐπαναλαμβάνεται καί στό θέμα τῆς Προνοίας πού μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ: “Ἄν ὑπῆρχε αἰτία γι᾽ αὐτά τά κακά τά ὁποῖα ἀναφέραμε παραπάνω, θά τήν ἤξερα. Τήν αἰτία τους δέν τήν ξέρω, ἄρα αἰτία δέν ὑπάρχει”. Αὐτός εἶναι ὁ συλλογισμός! Γιατί, ὅπως ἐκεῖνο τό ὁποῖο βλέπουμε ἐμεῖς εἶναι ἀπειροστό ἀπό ἐκεῖνο πού ὑπάρχει, ἔτσι καί στόν κόσμο πού ἀφορᾶ τήν αἰτιώδη ἀλληλουχία τῶν φαινομένων, ἐκεῖνα τά ὁποῖα γνωρίζουμε εἶναι ἀπειροστό τῆς ὅλης πραγματικότητος. Τό ὅτι δέν ξέρουμε τή justa causa, δέν σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει τέτοια αἰτία».

«Καί θά ἔλθω τώρα στά λεγόμενα “ἄσκοπα” τοῦ Λουκιανοῦ. Νομίζω ὅτι πολλά ὄργανα τοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ δέν φαινόταν ἄλλοτε νά ἔχουν καμμία σκοπιμότητα. Μέ τήν πάροδο, ὅμως, τοῦ χρόνου, ἔρχεται ἡ ἐπιστήμη καί δίνει ἀπάντησι στό Λουκιανό, γιατί ὅσο προχωρεῖ τόσο διαπιστώνει ὅτι αὐτά πού νομίζονταν ἄλλοτε ὡς ἄσκοπα εἶναι σκόπιμα. Ἡ πρόοδος, δηλαδή, τῆς ἐπιστήμης περιορίζει τήν περιοχή τοῦ ἀσκόπου. Ἀρκεῖ νά σκεφθῆτε ὅτι, ὅταν τά ἔλεγε αὐτά ὁ Λουκιανός, δέν εἶχε ἰδέα τῆς κυκλοφορίας τοῦ αἵματος! Καταλαβαίνετε τώρα τή μωρία τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος; Ἡ δέ μεγάλη του φαντασία, τόσο προέβλεπε τά γεγονότα, ὥστε στόν ἴδιο διάλογο λέει καί τά ἑξῆς: Δέν τά παρατᾶτε αὐτά; Τό νά θέλετε νά τά ἐρευνήσετε, εἶναι σάν νά θέλω ἐγώ —λέει— “πτηνός γενόμενος αὐθημερόν ἐς Αἰθίοπας πορεύσομαι (: νά πετάξω καί νά φθάσω αὐθημερόν στούς Αἰθίοπες)”. Τό λέει δέ αὐτό ὡς ἕνα ὑπόδειγμα ἀνοησίας. Καί τώρα, κάθε φορά κατά τήν ὁποία βλέπω τά ἀεροπλάνα τῆς Εthiopian Αirlines, πού σέ πᾶνε ὄχι αὐθημερόν ἀλλά σέ λίγες ὧρες στούς Αἰθίοπες, κάθε φορά κατά τήν ὁποία βλέπω τέτοιο ἀεροπλάνο, θυμᾶμαι καί τό Λουκιανό! Ἑπομένως, ὅταν λέμε ὅτι κάτι εἶναι ἄσκοπο, δέν σημαίνει τίποτε ἄλλο, παρά μόνο πώς εἶναι κάτι τοῦ ὁποίου δέν ξέρουμε ἀκόμη τή σκοπιμότητα.

Εἶναι, λοιπόν, ὁ συλλογισμός πού προβάλλεται ἕνα σόφισμα, τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, βάσι εἶναι ἡ πρότασι: Ἐάν ὑπῆρχε δικαιολογία, ἐάν ὑπῆρχε ἐξήγησι, ἐγώ θά τήν ἤξερα. Δέν τήν ξέρω, ἄρα ἐξήγησι δέν ὑπάρχει. Κι ἐπειδή σήμερα γιά τά ἄσκοπα δέν ἔχουμε ἀκόμη ἐξήγησι, ἄρα… δέν ὑπάρχει κυβερνήτης τοῦ κόσμου!

Καί τώρα θά σᾶς διηγηθῶ κάτι πού συνέβη σ᾽ ἐμένα. Ἤμουν στό Ἁμβοῦργο τό 1937, ὅταν δηλαδή ὁ Hitler μεσουρανοῦσε. Ἕνας προσφιλέστατός μου καθηγητής, ὁ Βruck, ὁ κατ᾽ ἐξοχήν καθηγητής μου, εἶχε παυθῆ. Ἦταν Ἑβραῖος —ἐγώ αὐτό δέν τό ἤξερα, τότε τό ἔμαθα— εἶχε, λοιπόν, παυθῆ καί βρισκόταν σέ δυστυχία, ἀπομονωμένος. Κανείς δέν τόν ἐπισκεπτόταν, γιατί ὅλοι φοβοῦνταν τή Gestapo. Ἡ γυναῖκα του ἦταν στό νοσοκομεῖο ἄρρωστη. Εἶχαν ἕνα ἀγοράκι κι αὐτός ἔμενε στό σπίτι μόνος, κατάμονος. Θυμᾶμαι δέ τό δραματικό τῆς στιγμῆς, ὅταν τόν ἐπισκέφθηκα. Ἡ τελευταία φορά κατά τήν ὁποία τόν εἶχα δεῖ ἦταν ὅταν εἶχε δοθῆ μιά πολύ μεγάλη δεξίωσι στό σπίτι τους, γιατί ἡ γυναῖκα του ἦταν, νομίζω, ἐγγονή τοῦ Βismarck, ἦταν δηλαδή ἀπό πολύ ἀριστοκρατικό σπίτι. Πῆγα, λοιπόν, καί εἶδα τόν καθηγητή μου αὐτό σ᾽ ἀπελπιστική κατάστασι. Ἐκεῖνος, βέβαια, ἐξεπλάγη πού μέ εἶδε. Κουβεντιάσαμε καί στή συνέχεια τοῦ εἶπα κάτι καί γιά τό Χριστιανισμό. Ὁπότε μοῦ λέει: “Κάνετέ μου τή χάρι νά μοῦ ἐξηγήσετε τό ἑξῆς: Ἀφοῦ λέτε ὅτι ὑπάρχει Θεός καί ὅτι ὁ Θεός κυβερνᾶ τόν κόσμο καί μᾶς ἀγαπάει, γιατί ἀφήνει τό Hitler νά εἶναι στήν ἐξουσία;”. Λίγο, ὅμως, πρίν μοῦ θέση αὐτή τήν ἐρώτησι, εἶχε πάει στήν κουζίνα νά μοῦ φέρη νερό καί καθυστέρησε. Ἐν τῷ μεταξύ ἐγώ κουβέντιασα μέ τό παιδάκι του. Τοῦ λέω: Τί κάνεις; Ὁ μπαμπᾶς σου σ᾽ ἀγαπάει πολύ. Μοῦ ἀπαντᾶ τότε: Δέν μ᾽ ἀγαπάει. Τί λές, παιδί μου, ὁ μπαμπᾶς σου δέν σ᾽ ἀγαπάει; Πῶς δέν σ᾽ ἀγαπάει. Δέν μ᾽ ἀγαπάει, μοῦ ἀπαντᾶ, γιατί, ἀφοῦ μ᾽ ἀγαπάει, γιατί δέν μ᾽ ἀφήνει νά παίζω στό δρόμο μέ τ᾽ ἄλλα παιδάκια, ἀλλά μ᾽ ἔχει ἐδῶ κλεισμένο; Ὅταν, λοιπόν, ὁ καθηγητής μου αὐτός μοῦ ἔθεσε τό ἐρώτημα τό ὁποῖο ἀνέφερα, τοῦ λέω: Κύριε καθηγητά μου, θά σᾶς προδώσω τό παιδάκι σας, ἀλλά μήν τοῦ τό πῆτε. Τό παιδί, λοιπόν, μοῦ εἶπε αὐτό κι αὐτό. Μά, μοῦ ἐξηγεῖ, πῶς νά τοῦ πῶ τό λόγο γιά τόν ὁποῖο δέν τό ἀφήνω νά κατέβη στό δρόμο; Μή μοῦ τά λέτε αὐτά, τοῦ ἀπαντῶ, γιατί ἐγώ τά ξέρω. Δέν ἤθελε, δηλαδή, νά βγῆ τό παιδάκι του ἔξω, γιατί μόλις θά ἔβγαινε θά τό κακοποιοῦσαν οἱ… γενναῖοι Nazi! Ἠταν, δηλαδή, γιά τό παιδάκι του ἡ ἔξοδος ἀπ᾽ τό σπίτι κίνδυνος-θάνατος. Ἀλλά, ἀπ᾽ τό ἄλλο μέρος, δέν ἤθελε καί νά τραυματίση τό παιδί του μέ τό νά τοῦ πῆ ὅτι ὁ κόσμος εἶναι τόσο κακός.

Λοιπόν, τοῦ λέω: Κύριε καθηγητά μου, βλέπετε ὅτι αὐτό δέν εἶναι ἀπόδειξι ὅτι δέν τό ἀγαπᾶτε τό παιδί σας; Ὄχι, μοῦ λέει, γιατί τό παιδί δέν καταλαβαίνει. Μιά ἐρώτησι τοῦ λέω θά σᾶς κάνω ἀκόμη καί τελειώσαμε: Κύριε καθηγητά, θά μοῦ πῆτε τώρα κάτι: Ἡ ἀπόστασι πού χωρίζει τό δικό σας μυαλό ἀπ᾽ τό μυαλό τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι τουλάχιστον τόση ὅση ἡ ἀπόστασι πού χωρίζει τό μυαλουδάκι τοῦ παιδιοῦ σας ἀπ᾽ τό δικό σας μυαλό; Ἀπαντᾶ, αἴ βέβαια. Λοιπόν, συνεχίζω, ὅσο τό γεγονός ὅτι τό παιδάκι σας δέν ξέρει γιά ποιά αἰτία δέν τό ἀφήνετε νά βγῆ ἔξω ἀποτελεῖ ἀπόδειξι ὅτι δέν προνοεῖτε ἐσεῖς γιά τό παιδί σας καί δέν τό ἀγαπᾶτε, ἄλλο τόσο ἀποτελεῖ ἀπόδειξι καί τό γεγονός ὅτι οὔτε σεῖς οὔτε ᾽γώ ἔχουμε μιά ἀπάντησι στό ἐρώτημα γιατί ὁ Θεός ἀφήνει τό Hitler νά κυβερνᾶ. Ἁπλούστατα, δέν ξέρω.

Λύσαμε τό ζήτημά μας; Ὄχι. Εἶναι ἀνηφορικός ὁ δρόμος. Ὥς τώρα, τί κάναμε; Ἕνα συλλογισμό. Εἴπαμε τοῦτο: Ὅτι, βέβαια, ἡ ἔλλειψι ἀπαντήσεως δέν ἀποτελεῖ ἀπόδειξι τοῦ ἀντιθέτου. Δέν ξέρω, κι αὐτό τό “δέν ξέρω” δέν σημαίνει τίποτε. Ἐκεῖνο τό ὁποῖο εἶπε ὁ καθηγητής Joad γιά τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, ὅτι δέν μπορῶ νά καταλάβω γιατί τό σύμπαν πρέπει νά εἶναι ἔτσι καμωμένο, ὥστε νά χωράη στό μυαλουδάκι ἑνός ἀνθρώπου τοῦ 20οῦ αἰῶνα, αὐτό τό ἴδιο εἶναι δυνατόν νά ἐπαναλάβουμε κι ἐδῶ: Δέν μπορῶ νά καταλάβω γιατί τό σύμπαν θά κυβερνᾶται ἔτσι, ὥστε νά ἐξηγῆται στό μυαλουδάκι ἑνός ἀνθρώπου τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Ἔτσι εἶναι αὐτά, ἐντελῶς ἀβίαστα.

Ἀλλά τό ζήτημά μας, τῆς θεοδικίας, δέν λύθηκε μ᾽ αὐτό. Καί δέν λύθηκε γιά τόν ἑξῆς λόγο: Γιατί μ᾽ αὐτό τίθεται ἕνα ἄλλο ζήτημα, πού λέει: Κι, ὅμως, εἴχατε δίκηο ὅταν λέγατε ὅτι εἶναι ἐκτός τοῦ κύκλου τοῦ ἀνθρωπίνου ἐλέγχου ἡ ὑπόθεσι αὐτή, κι ἐγώ εἶχα κάνει λάθος σ᾽ αὐτά τά ὁποῖα εἶπα στήν ἀρχή. Εἶναι, δηλαδή, ψεύτικη ἡ θέσι τοῦ ζητήματος. Βέβαια, μέσα στόν κύκλο τοῦ ἐλεγκτοῦ εἶναι τά γεγονότα. Ἡ ἐξήγησι, ὅμως, εἶναι πέρα ἀπ᾽ τόν κύκλο τοῦ ἀνθρωπίνου ἐλέγχου. Ἀλλ᾽ αὐτό τό “πέρα ἀπ᾽ τόν κύκλο” τό ὁποῖο λέμε, δέν σημαίνει τίποτε. Δέν σημαίνει ἰδίως ὅτι δέν ἐλέγχεται, κατά κάποιο τρόπο. Δηλαδή, γιά νά ἔχη πληρότητα ἡ συζήτησί μας: Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἀπαιτεῖται πίστι γιά νά δεχθῶ ὅτι ὁ κόσμος κυβερνᾶται ἀπ᾽ τό Θεό κι ἐκεῖ ὅπου βλέπω τό ἄσκοπο ἤ τό κακό. Πίστι, ἐννοεῖται, ὄχι μεγαλύτερη οὔτε διαφορετική ἀπ᾽ τήν πίστι τήν ὁποία ἔχουμε σ᾽ ὅλες μας τίς συναλλαγές. Ἐπιμένω στό παράδειγμα τό ὁποῖο ἀνέφερα, τοῦ παιδιοῦ τοῦ καθηγητή Βruck. Οἱοσδήποτε πού ἔχει ἐμπιστοσύνη σ᾽ ἕνα προϊστάμενο, σ᾽ ἕνα πατέρα, σ᾽ ἕνα κυβερνήτη, σ᾽ ἕνα στρατηγό —ἰδίως στό στρατό φαίνεται αὐτό— διερωτᾶται γιά κάποια πρᾶξι του καί λέει: Τώρα μέν γιατί αὐτός ἐνεργεῖ ἔτσι δέν τό ξέρω, καί βέβαια μοῦ φαίνεται παράλογο, ἀλλά πιστεύω, ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔχει τό λόγο του γιά τόν ὁποῖο τό κάνει. Τά λέω αὐτά, γιά τόν ἑξῆς λόγο: Γιατί στή διακυβέρνησι τοῦ κόσμου ἀπ᾽ τό Θεό τίθενται στή Θεία Πρόνοια ζητήματα πού εἶναι πολύ μεγάλα, πού εἶναι πέρα ἀπ᾽ τίς δυνατότητες τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας. Τά ὁποῖα, ὅμως, δικαιώνονται καί νομιμοποιοῦνται. Καί νά πῶς:

Ἐάν εἶναι παράλογο νά μή δέχωμαι τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, εἶναι λογικό τερατούργημα νά δέχωμαι μέν τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ὄχι καί τήν Πρόνοιά Του. Τό ὅτι δέ ἡ διακυβέρνησι τοῦ κόσμου γίνεται μέ τρόπο τόν ὁποῖο ἐγώ πολλές φορές δέν μπορῶ νά καταλάβω, αὐτό ἀκριβῶς δείχνει ὅτι εἶναι Θεός αὐτός πού κυβερνᾶ κι ὄχι ἄνθρωπος. Γιά Θεία Πρόνοια μιλᾶμε κι ὄχι γιά ἀνθρώπινη. Καί, ἑπομένως, γιατί ἡ Θεία Πρόνοια πρέπει σώνει καί καλά νά χωράη στό δικό μου μυαλουδάκι; Κι ἐπαναλαμβάνω: Τουλάχιστον ὅσο διαφέρει τό μυαλουδάκι ἑνός μικροῦ παιδιοῦ ἀπ᾽ τό δικό μου μυαλό, δέν διαφέρει καί τό δικό μου μυαλό ἀπ᾽ τό μέγα Νοῦ τοῦ Θεοῦ; Ἔρχεται, ἄς ποῦμε, ἕνας γιατρός γιά νά κάνη ἔνεσι σ᾽ ἕνα παιδάκι καί μέ μιά βελόνα τό τρυπάει. Πῶς τώρα νά πείσης αὐτό τό παιδάκι ὅτι αὐτό τό τρύπημα, πού τό πονάει, γίνεται γιά τό καλό του; Ἐμεῖς, γι᾽ αὐτά τά θέματα, νομίζετε ὅτι εἴμασθε πολύ παραπάνω ἀπ᾽ τά νήπια; Ἐγώ νομίζω ὅτι δέν εἴμασθε κἄν νήπια!

Ἑπομένως, ἐφόσον ἔχουμε τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ μπροστά μας, τή βλέπουμε αὐτή τήν Πρόνοια σέ τόσα πράγματα καί τελικά τήν ἐμπιστευόμασθε, καταλήγω στό ὅτι κι ἐκεῖ πού δέν βλέπουμε, ἡ Πρόνοια αὐτή ἔχει τή δικαίωσί της, τό λόγο της…

Καί στό ἐρώτημα τό ὁποῖο θά μοῦ θέσετε, “πῶς ὑπάρχει κακό, ἀφοῦ ὑπάρχει Θεός;” ἀντερωτῶ: “Πῶς ὑπάρχει καλό, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει Θεός;”. Γιά νά καταλάβετε αὐτό τό ἐρώτημα, θά προσθέσω τό ἑξῆς: Ρωτᾶς πῶς συμβιβάζεται μέ τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ τοῦτο ἤ ἐκεῖνο ἤ τό ἄλλο πού δέν ἔχουμε τήν ἐξήγησί του. Δέν δικαιοῦμαι, ὅμως, κι ἐγώ νά σέ ρωτήσω, πῶς συμβιβάζεται μέ τή μή ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ ἡ ἀπίστευτη, ἡ ἀσύλληπτη ἁρμονία καί τάξι πού ὑπάρχει στόν κόσμο, μπροστά στήν ὁποία καταπλήσσομαι, κι ὅσο ὡς ἄνθρωπος γίνομαι ἐπιστημονικότερος, τόσο καί περισσότερο καταπλήσσομαι; Θά φέρω τήν ἑξῆς εἰκόνα: Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι ἀμφιβάλλει ἕνας ἄν ὑπάρχη ἀστυνομία καί μοῦ λέει: Πῶς ὑπάρχει ἀστυνομία ἀφοῦ γίνονται κλοπές; Τοῦ ἀπαντῶ: Πῶς γίνονται μόνο αὐτές οἱ κλοπές, ἀφοῦ λές ὅτι δέν ὑπάρχει ἀστυνομία; Φαντάζεσαι τί θά γινόταν, ἄν δέν ὑπῆρχε ἀστυνομία; Φαντάζεσαι τί θά γινόταν, ἄν δέν ὑπῆρχε Ἰθύνων Νοῦς;

Μένει ἀκόμη ν᾽ ἀναφέρουμε καί τή σχετική ἀπάντησι τήν ὁποία εἶχε δώσει ὁ Σωκράτης. Ἕνα, λέει, μόνο θ᾽ ἀναφέρω: Ὅτι ἡ μύτη μας εἶναι ἐδῶ μπροστά, ὥστε ὅταν πρόκηται νά φᾶμε νά μυριζώμασθε τά βρώματα. Ὁ Σωκράτης τό εἶπε αὐτό. Κι ἀπ᾽ τό Σωκράτη ὥς τό [γιατρό] Carrel, τί ἀπόστασι!

Ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτό. Μερικά ἀπ᾽ αὐτά μπαίνουν μέσα στήν περιοχή τοῦ κύκλου τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως, καί, πρῶτον, ὁ κύκλος τῶν “ἀσκόπων” ὅλο καί μικραίνει. Πάρα πολλά “ἄσκοπα” ἦσαν ἄσκοπα γιά τό Λουκιανό, πού θεωροῦσε μωρία τό ὅτι “πτηνός γενόμενος (: θά πετάξης καί)” θά πᾶς αὐθημερόν στούς Αἰθίοπες. Ἀλλά δέν εἶναι ἄσκοπα γιά μᾶς. Δεύτερον δέ καί ἀπό ἄποψι τοῦ φυσικοῦ κακοῦ, εἶναι κάτι πού εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον καί πάρα πολύ διδακτικό γιά μᾶς. Δέν θέλω βέβαια νά πῶ, ὅτι θά τά χωρέση ὅλα τό μυαλουδάκι μας. Ἀλλά ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει ὅτι μεγάλο ποσοστό ἀπ᾽ αὐτές τίς ἀπορίες κάποτε ἐξηγεῖται σ᾽ ἐμένα καί στούς μεταγενεστέρους».

«Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά σένα, δέν σημαίνει ὅτι ὁ κόσμος ἤ καί οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς σου θά βαδίσουν ὅπως θά τό ἤθελες ἐσύ. Ὑπάρχει ἆραγε κανένας Πατέρας πού ἐπειδή ἀγαπάει τό παιδάκι του, διαμορφώνει τή ζωή του μέ τρόπο ἀντίστοιχο μέ τίς ὑπαγορεύσεις τοῦ παιδικοῦ μυαλοῦ; Γιατί δέν δέχεσαι ὅτι ἡ ἀπόστασι πού χωρίζει τό μυαλουδάκι τό δικό σου ἀπ’ τό Μέγα Νοῦ εἶναι τουλάχιστον τόση ὅση ἡ ἀπόστασι πού χωρίζει τό παιδικό μυαλουδάκι, τό μυαλουδάκι τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ἀπό σένα τόν ἴδιο; Γι’ αὐτό τό λόγο καί ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί ἡ πίστι στό Θεό δέν πρέπει νά σέ ὁδηγῆ στή σκέψι ὅτι ἀφοῦ ὁ Θεός ὑπάρχει κι ἀγαπᾶ, θά πᾶνε ὅλα καλά, ὅλα ὅπως λένε κατ’ εὐχήν, δηλαδή, ὅλα ὅπως τά θέλουμε ἐμεῖς. Μία τέτοια πίστι δέν εἶναι μέν ἀπόβλητη, εἶναι, ὅμως, ἀφελής, εἶναι ἄς τήν ὀνομάσω ἔτσι, κατώτερη πίστι κι ὁδηγεῖ σέ δοκιμασίες. Γιατί, ὁδηγεῖ σέ ἄγνοια τοῦ σταυροῦ, τῆς πάλης, τῆς μάχης πού ἔχει τάξει σάν νόμο τῆς ζωῆς ὁ παντοδύναμος Θεός… Ἡ ἀνώτερη πίστι, δύσκολη ἀλλά εὐεργετική πίστι, εἶναι ὄχι ὅτι ὁ Θεός θά τά φέρη ὅπως ἐγώ θέλω, ἀλλά ὅτι ἐγώ τά θέλω ὅπως τά φέρει ὁ Θεός. Τό ἀναγνωρίζω ὅτι εἶναι πολύ δύσκολη πίστι, ἀλλά εἶναι πολύ εὐεργετική. Βάλε στή ζωή σου ἕνα σκοπό: νά γυμνάσης τόν ἑαυτό σου σ’ αὐτό τό σύνθημα καί θά δῆς τήν εὐτυχία, ὄχι μόνο νά κτυπάη τήν πόρτα τῆς ψυχῆς σου, ἀλλά νά μπαίνη μέσα στή ψυχή σου καί νά γεμίζη τήν προσωπικότητά σου! Προσοχή, ὅμως! Θέλει γυμναστική αὐτό. Δέν ἀποκτᾶται ἀπ’ τή μία μέρα ὥς τήν ἄλλη. Καί κόπο πολύ καί χρόνο πολύ ἔχει ἀνάγκη, ἀλλά μόλις ἀρχίση ἡ σχετική προσπάθεια, αὐτή ἡ ἀπαρχή εἶναι κι ὅλας μία πρώτη εἴσοδος τῆς εὐτυχίας μέσα στή ζωή.

Καί κάτι ἄλλο. Ἔχε ὑπόψιν σου, ὅτι αὐτός ὁ Πατέρας εἶναι πατέρας καί μέ τήν ἔννοια ὅτι σέ καταλαβαίνει. Σέ καταλαβαίνει ὅταν ἁμαρτάνης. Σέ καταλαβαίνει κι ὅταν ἀκόμη δέν Τόν πιστεύης. Γι’ αὐτό, ἐνῶ πρέπει νά συμμορφώνεσαι μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ…, δέν πρέπει ὁ ἀγώνας γιά τήν ἀρετή νά σοῦ γίνη ἄγχος καί νά νομίζης, ὅτι καθ’ ἥν στιγμήν γιά τό παιδάκι σου εἶσαι ἕτοιμος νά καταλάβης ὁποιοδήποτε σφάλμα του, ὁ Πατέρας πού βρίσκεται στόν οὐρανό εἶναι ἀνίκανος γιά τέτοια κατανόησι. Μιά τέτοια ἐκδοχή εἶναι αὐτόχρημα βλασφημία.

Αὐτή δέ ἡ πατρική κατανόησι, νά εἶσαι βέβαιος ὅτι ὑπάρχει κι ὅταν ἡ πίστι κλονίζεται μέσα σου. Ἔχε ὑπόψιν σου ὅτι ὁ Οὐράνιος Πατέρας καί τήν ἀμφιβολία σου ἀκόμη τήν καταλαβαίνει. Μήν ἔχεις ἄγχος κι ἀγωνία ἐάν πιστεύης. Ἔχε μόνο συνεχῆ ἔλεγχο πάνω στόν ἑαυτό σου, ἄν εἶσαι συνεπής πρός αὐτά τά ὁποῖα πιστεύεις. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού πρέπει νά σέ ἀπασχολῆ καί πάλι χωρίς ἄγχος. Ἀλλά μέ θάρρος ν’ ἀπευθύνεσαι στόν Οὐράνιο Πατέρα πού καταλαβαίνει καί τίς πτώσεις σου, ὅπως καί τίς ἀμφιβολίες σου».

«Ζήτησα ἀπό τό Θεό δύναμι γιά νά κάνω ἄθλους. Ἔγινα ἀδύνατος γιά νά μπορῶ ταπεινά νά ὑπακούω…

Ζήτησα ὑγεία γιά νά μπορῶ νά κάνω μεγάλα πράγματα. Μοῦ δόθηκε ἀναπηρία γιά νά μπορῶ νά κάνω καλύτερα πράγματα…

Ζήτησα πλούτη γιά νά μπορέσω νά γίνω εὐτυχισμένος. Μοῦ δόθηκε φτώχεια γιά νά μπορέσω νά γίνω σοφός…

Ζήτησα ἐξουσία γιά νά μπορῶ ν᾽ ἀπολαμβάνω τά ἐγκώμια τῶν ἀνθρώπων. Μοῦ δόθηκε ἀδυναμία γιά νά μπορῶ νά νοιώθω τήν ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ…

Ζήτησα ὅλα τά πράγματα πού θά μποροῦσα ν᾽ ἀπολαύσω στή ζωή μου. Μοῦ δόθηκε ζωή γιά νά μπορῶ ν᾽ ἀπολαύσω ὅλα τά πράγματα…».

«Πρίν ἀπό πολλά χρόνια, στή Σκωτία, ἡ οἰκογένεια Κλάρκ εἶχε ἕνα ὄνειρο. Ὁ Κλάρκ καί ἡ σύζυγός του ἐργάζονταν καί ἀποταμίευαν, μέ τήν προοπτική νά ἐξασφαλίσουν στούς ἑαυτούς τους καί στά ἐννέα παιδιά τους τά ναῦλα γιά ἕνα ταξίδι στίς ΗΠΑ. Τό ἐγχείρημα ἦταν χρονοβόρο καί κοπιῶδες, ἀλλά τελικά κατάφεραν νά συγκεντρώσουν τό ἀπαιτούμενο ποσό. Ἔβγαλαν, λοιπόν, διαβατήρια κι ἔκαναν τίς ἀνάλογες κρατήσεις θέσεων στό ὁλοκαίνουργιο ὑπερωκεάνιο τῆς γραμμῆς.

Ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογενείας προσδοκοῦσαν μέ ἀνυπομονησία καί ἐνθουσιασμό αὐτό τό ταξίδι. Ὡστόσο, λίγες μέρες πρίν τήν ἀναχώρησι τοῦ πλοίου, ἕνας σκύλος δάγκωσε τό νεότερο γυιό τῆς οἰκογένειας Κλάρκ. Ὁ γιατρός καθάρισε καί ἔρραψε τό πληγωμένο πόδι, ἀλλά φεύγοντας τοποθέτησε μία κίτρινη σημαία στήν ἐξώπορτα τῆς οἰκίας. Ἡ οἰκογένεια Κλάρκ ἔμελλε νά κρατηθῆ σέ καραντίνα γιά δεκατέσσερεις μέρες, ἐπειδή ὁ σκύλος πού εἶχε δαγκώσει τό μικρό ἀγόρι μπορεῖ νά ἦταν λυσσασμένος.

Τά μέλη τῆς οἰκογενείας Κλάρκ εἶδαν μέ θλῖψι τό ὄνειρό τους νά καταρρέη. Δυστυχῶς ἦταν ἀδύνατον νά πραγματοποιήσουν τό προγραμματισμένο ταξίδι στίς ΗΠΑ. Ὁ πατέρας, ἀπογοητευμένος καί συνάμα ἔξαλλος ἀπό ὀργή, πῆγε στήν προκυμαία γιά νά παρακολουθήση τή μεγαλειώδη ἀναχώρησι τοῦ ὑπερωκεάνειου —χωρίς τήν οἰκογένειά του. Βλέποντάς το νά ἀπομακρύνεται στό πέλαγος, ὁ κύριος Κλάρκ ξέσπασε σέ λυγμούς κι ἄρχισε νά καταριέται τό γυιό του καί τό Θεό γιά τήν κακοδαιμονία τῆς οἰκογένειάς του.

Πέντε μέρες ἀργότερα κυκλοφόρησε στή Σκωτία καί στόν ὑπόλοιπο κόσμο ἡ τραγική εἴδησι: τό ναυάγιο τοῦ κολοσσιαίου Τιτανικοῦ. Τό φαινομενικά ἄτρωτο πλοῖο εἶχε βυθισθῆ μέσα σέ ἐλάχιστη ὥρα παρασύροντας στόν πυθμένα τῆς θαλάσσης ἑκατοντάδες ἀνθρώπους. Ἡ οἰκογένεια Κλάρκ εἶχε μείνει ἔξω ἀπό τό πλοῖο τήν τελευταία στιγμή, ἐξαιτίας τοῦ ἄτυχου περιστατικοῦ μέ τό σκύλο.

Ὅταν ὁ κύριος Κλάρκ ἔμαθε τά νέα, ἀγκάλιασε τό γυιό του καί εὐχαρίστησε τό Θεό πού ἔσωσε τήν οἰκογένειά του ἀπό βέβαιο χαμό, μετατρέποντας τήν τραγωδία σέ εὐλογία».

«Ἴσως ἀκούσατε τή φράσι: “Γιατί ν᾽ ἀνησυχῆς ἀφοῦ μπορεῖς νά προσευχηθῆς;”. Κι, ὅμως, ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντιδροῦν μερικοί χριστιανοί στίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, φαίνεται πώς ἔχουν ἀλλάξει τό σύνθημα αὐτό σέ: “Γιατί νά προσευχηθῆς ἀφοῦ μπορεῖς νά ἀνησυχῆς;”. Ἴσως φαίνεται ἀστεῖο, ἀλλά δυστυχῶς ἔτσι ἀντιμετωπίζουν πολλοί πιστοί τίς δυσκολίες καί τά προβλήματα τῆς ζωῆς. Ἀντί νά ἀναθέτουν τά βάρη στόν Κύριο καί νά περιμένουν νά τούς βοηθήση, ἐπιμένουν νά προσπαθοῦν νά τά λύσουν μόνοι τους».

«—Μέ τή θλῖψι ὁ ἄνθρωπος μᾶλλον ἀγριεύει. Βαρυγγομάει καί κολάζεται.

—Ὄχι. Ὁ ἥλιος καίει μόνο τό βλαστό ἐκεῖνο πού δέν ἔχει ρίζα, ἐνῶ τόν ἄλλο τόν ζωογονεῖ καί τόν αὐξάνει. Ἡ φωτιά ἐπίσης, καίει μέν τά ξύλα καί τά ἄχυρα, ἀλλά τό χρυσό τόν καθαρίζει. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, πού δέν ἔχουν καμμιά ρίζα πνευματική μέσα τους, ἐκεῖνοι μόνο χειροτερεύουν. Τόν ἄσωτο υἱό ἡ θλῖψι τόν φλόγισε καί τοῦ ἄναψε μέσα του τόν πόθο τῆς ἐπιστροφῆς του στόν πατέρα». Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται ἄν θέλουμε νά γίνουμε ἄχυρο ἤ χρυσάφι.