Περί Χριστιανισμού

  • Ἀπό τό ἔργο τοῦ Corneille «Πολύευκτος ὁ Μάρτυς»: «Ὁ πατέρας της [τῆς Παυλίνας, συζύγου τοῦ Πολυεύκτου], πού ἔγινε ἡ αἰτία τῆς καταδίκης τοῦ Πολυεύκτου, μετά τόν ἡρωϊκό θάνατο τοῦ γαμπροῦ του ὁμολογεῖ στούς ἐθνικούς: “Ἐγώ τόν ἔκανα μάρτυρα, ὁ θάνατός του μέ ἔκανε Χριστιανό. Ἐγώ προξένησα ὅλη τήν εὐτυχία του, αὐτός θά κάνη τή δική μου. Ἔτσι ἐκδικεῖται καί ὀργίζεται ἕνας Χριστιανός”»(Μ, 13).
  • Ὁ Chateaubriand στίς Ἱστορικές Μελέτες του «διακηρύττει ὅτι ὁ Χριστιανισμός ὑπῆρξε ὁ ναυαγοσώστης τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Παρέκει, ὅτι “δέν ὑπάρχει τίποτε μετά τό Χριστιανισμό· ὁ Χριστιανισμός δέν ἔχει κανένα κληρονόμο”»(Μ, 47).
  • Ὁ Ἀλ. Τσιριντάνης σημειώνει: «Ὁ Χριστιανισμός, θετικό σύστημα χαρᾶς, κατεδίκασε τήν ἀπαισιοδοξία παλαιῶν θρησκευμάτων καί νεωτέρων φιλοσοφικῶν σχολῶν. Ὁ Χριστιανισμός χάραξε ἀντίθετη γραμμή πρός τή στωϊκή ἀπάθεια καί τή βουδδιστική γαλήνη τῆς ἀδράνειας. Διδασκαλία ζωῆς ὁ Χριστιανισμός, δέν ἱκανοποιεῖται μέ τίποτε τό ἀρνητικό. Ἑπομένως οὔτε μέ τήν ἀπάθεια οὔτε μέ τήν ἀδιαφορία. Ὁ Χριστιανισμός εἶναι θετική ἀντιμετώπισι τῆς ζωῆς καί γι᾽ αὐτό θέλει ἀπό τόν ὀπαδό του ἐπίσης θετική, παλληκαρήσια ἀντιμετώπισι τῆς ζωῆς, μέ τή θετική δημιουργική δύναμι τῆς χαρᾶς. Δέν στέκει ἀδιάφορος πρός τά βάσανα τῆς ζωῆς ὁ Χριστιανός οὔτε τά ξεχνᾶ, οὔτε κάνει πώς τάχα δέν τά νοιώθει, οὔτε ζῆ σέ κόσμους ὀνείρων μακρυά ἀπό τήν πραγματικότητα. Ἴσα-ἴσα ζῆ μέσα στήν πραγματικότητα. Καί μέ ἀπόλυτη ἀντίληψι τῆς πραγματικότητος, τραγικῆς πολλές φορές καί μαύρης, ἔρχεται καί φέρνει τή δύναμι τῆς χαρᾶς. Ὄχι κάνοντας τόν ἄνθρωπο νά ξεχάση τήν πραγματικότητα, ἀλλά ἴσα-ἴσα, δείχνοντάς του πέρα ἀπό τήν περιορισμένη πραγματικότητα τῆς στιγμῆς πού φεύγει, ὁλόκληρη τήν πραγματικότητα, τήν αἰώνια, ἀκατάλυτη, ἀθάνατη πραγματικότητα, πού εἶναι ἀνώτερη ἀπό τίς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Δέν λέει στόν ἄνθρωπο νά κλείση τά μάτια. Ἴσα-ἴσα τοῦ λέει νά τά ἀνοίξη ἀκόμα περισσότερο, γιά νά δῆ, παραπάνω ἀπό τό πρόσκαιρο καί παροδικό, τό αἰώνιο».
  • Ἡ Eugenia Price σημειώνει: «Καί ὁ Σωκράτης πέθανε ἐξίσου ἡρωϊκά, ἀλλά κανείς ποτέ δέν ἰσχυρίσθηκε ὅτι μέ τό θάνατό του ἐμεῖς “συμφιλιωθήκαμε”. Γιατί, τάχα; Γιατί ὁ Σωκράτης δέν ἦταν ὁ ἐνσαρκωμένος Θεός. Ὁ Ἰησοῦς, ὅμως, ἦταν».

° Ἀκόμα: «Ἀπαρνούμασθε τά θεάματά σας, ὅπως καί τίς δεισιδαιμονίες, ἀπό τίς ὁποῖες αὐτά ἔλαβαν τήν ἀρχή τους, διότι καί μέ τά πράγματα, πού συμβαίνουν σ᾽ αὐτά, εἴμασθε ξένοι. Ἡ γλῶσσα μας, τά μάτια μας, τά ἀφτιά μας τίποτε τό κοινό δέν ἔχουν μέ τήν παραφροσύνη τοῦ ἱπποδρόμου, μέ τήν ἀναίδεια τοῦ θεάτρου, μέ τήν ἀγριότητα τῆς κονίστρας, μέ τίς ματαιότητες τοῦ ἐν τῷ ξυστῷ ἀθλητισμοῦ.

Σέ τί, λοιπόν, σᾶς προσβάλλουμε, ἄν προτιμᾶμε ἄλλες τέρψεις; Ἐπιτέλους, ἄν δέν θέλουμε νά διασκεδάσουμε, ἐμεῖς ζημιωνόμασθε καί ὄχι ἐσεῖς. Ἀλλά, λέτε, ἀποδοκιμάζουμε ἐκεῖνο, πού σᾶς εὐχαριστεῖ! Ἀλλά καί ἐσεῖς ἐπίσης δέν βρίσκετε εὐχαρίστησι στίς δικές μας ἀθῶες τέρψεις. Ὅμως ἐπιτράπηκε στούς Ἐπικουρείους νά διακρίνουν κάποια ἀλήθεια στήν ἡδονή καί αὐτό εἶναι ἡ ψυχική ἀταραξία τοῦ χριστιανοῦ πού ἀπέχει ἀπό κάθε κακό».

  • Ὁ Erwin Lutzer γράφει: «Σέ μιά βιβλική μελέτη, τήν ὁποία κάποτε παρακολούθησα, συνάντησα μιά Ἑβραία γυναῖκα, πού μοῦ ἔλεγε πόσο ἀπελπισμένα προσπαθοῦσε νά βρῆ τήν ἀλήθεια γιά τό Θεό. Συνέχισε νά μοῦ λέη ὅτι προσευχόταν κάθε μέρα, ὥστε ὁ Θεός νά τῆς δείξη πῶς θά μποροῦσε νά ἔχη προσωπική σχέσι μαζί Του. Ἀλλά, ἡ σκέψι ὅτι ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ —ὁ Μεσσίας— τή φόβιζε. “Ὦ Θεέ”, προσευχόταν συχνά, “Σέ παρακαλῶ, νά εἶσαι ὁποιοσδήποτε, ἐκτός ἀπ᾽ τόν Ἰησοῦ!”.

Στό τέλος τῆς ἔρευνάς της, ὡστόσο, αὐτή ἡ γυναῖκα ἐξέφρασε τούς χειρότερους φόβους της: “Ἀποδείχθηκε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν Θεός!”. Ἔχουμε πολλούς καλούς λόγους νά πιστεύουμε ὅτι ἔκανε τή σωστή διαπίστωσι. Ὁ Lenin διεκήρυξε ὅτι, ἄν ὁ Κομμουνισμός ἐφαρμοζόταν, θά ὑπῆρχε ψωμί σέ κάθε σπίτι, ἀλλά δέν μποροῦσε ποτέ νά πῆ: “Ἐγώ εἶμαι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς· ὅποιος ἔρχεται σέ ἐμένα, δέν θά πεινάση· καί ὅποιος πιστεύει σέ ἐμένα, δέν θά διψάση ποτέ”(Ἰω 6, 35).

Ὁ Βούδδας δίδαξε τό διαφωτισμό, ἐντούτοις, μέχρι τό θάνατό του ζητοῦσε περισσότερο φῶς. Ποτέ δέν εἶπε: “Ἐγώ εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὅποιος ἀκολουθεῖ ἐμένα, δέν θά περπατήση στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς”(Ἰω 8, 12).

Ὁ Sigmund Freud πίστευε ὅτι ἡ ψυχοθεραπεία θά μποροῦσε νά θεραπεύση συναισθηματικούς καί πνευματικούς πόνους. Ἀλλά δέν μποροῦσε νά πῆ: “Εἰρήνη ἀφήνω σέ ἐσᾶς, εἰρήνη τή δική μου δίνω σέ ἐσᾶς· ὄχι ὅπως δίνει ὁ κόσμος, σᾶς δίνω ἐγώ. Ἄς μήν ταράζεται ἡ καρδιά σας, μήτε νά δειλιάζη”(Ἰω 14, 27)».

Διαβάζουμε: «“Τίς τελευταῖες δεκαετίες πήγαιναν ἐπίσκεψι στούς ποινικούς κρατουμένους τῶν φυλακῶν τῆς Ρουμανίας ἐπιτροπές Ὀρθοδόξων ἱερέων. Λόγῳ τῆς φτώχειας, τά πράγματα τά ὁποῖα συγκέντρωναν, γιά νά τούς πᾶνε, ἦταν δυό σακουλίτσες, ἐλάχιστα. Οἱ ἐπιτροπές τῶν Πεντηκοστιανῶν ἤ ἄλλων αἱρέσεων πήγαιναν φορτηγά μέ τρόφιμα καί ἄλλα εἴδη τά ὁποῖα χρειάζονταν οἱ φυλακισμένοι. Δέν μπορούσαμε νά τούς συναγωνισθοῦμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι. Πηγαίναμε στή φυλακή, κάναμε μιά δέησι καί μοιράζαμε τά λίγα πραγματάκια.

Αὐτοί οἱ κρατούμενοι ἦταν θηρία. Ἔσπαγαν ὅ,τι ἔβρισκαν, καρέκλες, τραπέζια. Μιά μέρα, ὁ διευθυντής τῶν φυλακῶν εἶπε στήν ἐπιτροπή Ὀρθοδόξων: ‘νά ἔρχεσθε πιό συχνά ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι γιατί ὅταν ἔρχεσθε αὐτά τά θηρία ἠρεμοῦν καί δέν σπᾶνε τίποτε, σχεδόν γιά ἕνα μῆνα’”(ἐλεύθερη ἀπόδοσι ἀπό προφορική συζήτησι μέ τόν π. Konstantin Petrakis, πού εἶχε πάρει μέρος στήν ἐπιτροπή)»(ΔΟ, 10-15/5/2004).

  • Τό παρακάτω περιστατικό κρύβει μιά μεγάλη ἀλήθεια: «Ὁ Warren Austin, ἐκπρόσωπος τῶν ΗΠΑ στά Ἡνωμένα Ἔθνη τό 1948, παρουσίασε μιά πρωτότυπη προσέγγισι στήν ἐπίλυσι τοῦ μεσανατολικοῦ προβλήματος. Ἡ πρότασί του ἦταν οἱ Ἑβραῖοι καί οἱ Ἄραβες νά λύσουν τίς διαφορές τους “σάν καλοί χριστιανοί”».

Ὁ Νικ. Σωτηρόπουλος προειδοποιεῖ: «Ὅλα ὅσα διδάσκει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀληθινά. Στά θέματα τῆς πίστεως δέν μπορεῖ νά εἶναι κανείς ἐκλεκτικός. Ἤ πιστεύει ἤ δέν πιστεύει. Ἤ ὁ Θεός εἶναι ἀληθινός καί ὅλα ὅσα λέει εἶναι ὀρθά καί σωτήρια, ἤ ὁ Θεός εἶναι ψευδής καί ὅλα εἶναι ἀπορριπτέα. Ἐκεῖνος πού ἀρνεῖται ὁρισμένες διδασκαλίες τοῦ Χριστιανισμοῦ κάνει τό Θεό ψεύτη!

Ἀλλά πῶς νά πιστεύη κανείς; Τυφλά; Ὄχι τυφλά! Τυφλή πίστι δέν ἔχει ἀξία. Ἄν ἔπρεπε νά πιστεύουμε τυφλά, γιατί θά ἔπρεπε νά πιστεύουμε στό Χριστό καί ὄχι στό Βούδδα; Τό “πίστευε καί μή ἐρεύνα” δέν εἶναι Γραφικό. Ὁ Χριστιανισμός ζητᾶ πίστι μέ λόγο. Καί ἔχουμε πολλούς καί ἰσχυρούς λόγους, γιά νά πιστεύουμε στό Χριστιανισμό. Ὁ Χριστιανισμός ἔχει ἀσύγκριτα λόγια, γεγονότα, ἔργα, ἱστορία. Λόγια, πολλά ἀπό τά ὁποῖα εἶναι ἀδιανόητα καί ἀνεπινόητα ἀνθρωπίνως. Προφητεῖες καταπληκτικές καί ἐκπληρώσεις προφητειῶν. Γεγονότα μοναδικά, ἀνεπανάληπτα, κοσμοϊστορικά. Ἔργα θαυμαστά καί ὑπερθαύμαστα. Θαυμαστά στήν κυριολεξία. Ἱστορία ἁγίων, θαυμασίων καί θαυμάτων. Ὅσοι ἀμφιβάλλουν ἄς ἐρευνήσουν μέ πνεῦμα ταπεινώσεως καί εἰλικρίνειας τό Χριστιανισμό καί θά πεισθοῦν, ὅπως πείσθηκαν μυριάδες ἐκλεκτῶν καί ἰσχυρῶν πνευμάτων διά μέσου τῶν αἰώνων».

  • Στό βιβλίο του Le Christianisme (Ρayot, Ρaris) ὁ de Launay ἀπευθύνεται «σέ αὐτούς πού ἔχουν δοθῆ σέ ζωηρούς ἀγῶνες, ἀδυσώπητους, ἀλήθεια, γύρω ἀπ᾽ τό μεγάλο θέμα τοῦ Χριστιανισμοῦ. “Συζητοῦν, ὑβρίζονται ἀγωνίζονται. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ ἔχει γίνει στή μοντέρνα κοινωνία τοῦ 20οῦ αἰῶνα πεδίο μάχης”. Ἀπευθύνομαι λοιπόν σέ ἐκείνους πού τούς δάγκωσε τό φίδι τῆς ἀμφιβολίας, τούς παίρνω ἀπ᾽ τό χέρι, τούς μιλῶ σάν ἀδελφός. Τούς δείχνω ὅτι εἶναι προκατειλημμένοι. Τούς λέω: “Τό ὅτι δέν καταστρέφουμε ἕνα ἄγαλμα τοῦ Φειδία, δέν σημαίνει ὅτι πρέπει νά γίνουμε εἰδωλολάτρες. Ἔτσι καί ἐσεῖς, κι ἄν δέν εἶσθε Χριστιανοί δέν πρέπει νά μήν ἐκτιμᾶτε τό μεγαλεῖο τοῦ Χριστιανισμοῦ, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρούμενης ζωῆς, τῆς ἠθικῆς ἀναγεννήσεως, τῆς δυνάμεως”.

Γιά νά ζήσουν κι αὐτοί τήν εὐχάριστη στιγμή νά νοιώσουν τό Χριστιανισμό, πρέπει μέσα τους κάτι νά γκρεμισθῆ. Νά γκρεμισθῆ τό ἐμπόδιο πού ἔχει τήν ταμπέλα “Ἄρνησι τῆς πίστεως”…

—Μά εἶσθε βέβαιοι;, τούς ρωτάει ὁ Launay. Μά εἶσθε βέβαιοι πώς ἡ ἐπιστήμη δέν χρειάζεται τήν πίστι; Μπορεῖ, βέβαια, νά μή χρειάζεται πίστι σ᾽ ἕνα γεωμετρικό θεώρημα, χρειάζεται, ὅμως, πίστι γιά ἕνα ἀξίωμα πού εἶναι ἀναπόδεικτο… Ἐξάλλου δέν βλέπω νά ὑπάρχουν περισσότερα μυστήρια στή Χριστιανική θρησκεία, ἀπό ὅσα ὑπάρχουν στή φιλοσοφία τοῦ Einstein».

«Βλέπω τόν ἐθνικό κόσμο πού ἀσπάσθηκε τό Χριστιανισμό, καί τότε ἕνα ἀπό τά δύο· ἤ ἐξηγῶ τήν ἐπιστροφή τοῦ κόσμου μέ τά θαύματα, καί πιστεύω τά θαύματα· ἤ δέν θέλω νά τά πιστέψω, καί τότε ἀναγκάζομαι νά δῶ στήν ἐπιστροφή αὐτή τοῦ κόσμου χωρίς θαύματα μεγαλύτερο θαῦμα, καί στίς δύο ὅμως περιπτώσεις, τήν ἀλήθεια καί θειότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ».